Το 1419 ήτανε που ο Ερρίκος άρχισε να στέλνει τις πρώτες αποστολές.Ετοίμαζε τα καράβια, τα αρμάτωνε, τους έβαζε καπεταναίους, λοστρόμους και ναυτουριά, τους έδινε την ευχή του κι αμέτε στο καλό

Οι αθρώποι όμως τότε ήτανε προληπτικοί και πιστεύανε και σε κάποια παραμύθια που κυκλοφοράγανε από παληά για θεριά τις θάλασσας, γοργόνες ανώμαλες και μπουρμπουλήθρες κόκκινες. Με αυτά όμως τα φοβεριστικά, τα καράβια με το ζόρι ξεκινάγανε να πάνε σε αποστολές, κατεβαίνανε κάνα δυο τετράγωνα και με το που πετυχαίνανε την πρώτη φώκια, την επερνάγανε για θεριό, τα μαζεύανε και πίσω. Αφού σε κάμποσες από τις πρώτες τις αποστολές, ούτε ταχυδρομείο τους εστέλνανε. Ότι θέλανε από το γραφείο του Ερρίκου, βγαίνανε στο μπαλκόνι και τους το φωνάζανε.

Σε μια απ’ αυτές τις εξερευνητικές αποστολές, το 1420, έφυγε ένα καράβι απ’ το Σαγκρές να πάει κατά κάτω να ψάχνει κι ανακάλυψε την Μαδέρα, που χρόνια τώρα έστεκε απέναντι από την Πορτογαλία και κανείς δεν την είχε προσέξει. Θα μου πεις τώρα, αφού ξεκίνησε να πάει όλο κατά τον Νότο, που στο διάολο κατάφερε και βρέθηκε ντιπ δυτικά. Τι να σας πω! Ή που το πηδάλιο θα του κώλυσε ή που ο καπετάνιος έπασχε από αποκλίνοντα στραβισμό. Την εβρήκανε πάντως, την είπανε αποικία και τους έφυγε ένα βάρος.

Με το που βρήκανε την Μαδέρα, είπανε πως θα του πέρναγε του Ερρίκου και θα τους επαράταγε στην ησυχία τους. Ο Ερρίκος όμως το ‘χε βάλει αμέτι μουχαμέτι να βρει δρόμο που να του ‘ρχεται η κανέλα και το πιπέρι φτηνότερα. Συνέχισε λοιπόν να στέλνει καράβια να κατεβαίνουνε από την δυτική την μπάντα της Αφρικής κατά κάτω κι όπου φτάσουνε.

Πού να φτάσουνε όμως που δεν επρολάβαινε να νυχτώσει και να’ σου τους πάλι πίσω στο λιμάνι.

–       Γιατί επαναπλεύσατε πανάθεμά σας;

–       Για τσίσα μας! ο ένας.

–       Ξεχάσαμε το μάτι της κουζίνας αναμμένο! ο άλλος

Την μια η κουζίνα, την άλλη ο θερμοσίφωνας, την παράλλη ξεχάσαμε να ταΐσουμε τις κότες, δέκα τέσσερα χρόνια κράτησε το βιολί μέχρι που το 1434 αξιώθηκαν επιτέλους να φτάσουνε στο ακρωτήριο το Μπογκαντόρ.

Με το που βρέθηκε το Μπογκαντόρ, χαρά ο Ερρίκος χαρά κι οι Πορτογάλοι και μέσα από κείνες τις χαρές νάσου τους που ξεθαρρέψανε και γυρεύανε να βγούνε και παρακάτω.

Αρχίσανε που λέτε τα μπρος πίσω Μπογκαντόρ παρακάτω , Σαγκρές, πιο παρακάτω, αλλά να ρίχνουμε και καμιά ματιά στην κουζίνα και τον θερμοσίφωνα που λέγαμε πιο πάνω. Με τα μπρος – πίσω και τούμπαλιν εφτά χρόνια κάνανε να φτάσουνε στο Λευκό το Ακρωτήριο (1441), άλλα πέντε να φτάσουνε στις εκβολές του ποταμού του Σενεγάλη (1446) και την επόμενη χρονιά πεταχτήκανε και δίπλα στο Πράσινο το Ακρωτήριο (1447) και τέρμα τα ακρωτήρια κι η προκοπή τους.

Μεταξύ μας τώρα, αυτά τα εικοσιοχτώ χρόνια που ανεβοκατεβαίνανε στις δυτικές ακτές της Αφρικής, σαλιγκάρι να ‘χανε καβαλήσει θα ‘χανε φτάσει νωρίτερα και θα ‘χανε προλάβει να κάνουνε κι εικοσιδυό Πρωτομαγιές στο τελευταίο το ακρωτήριο που βρήκανε που ‘χε και πρασινάδα.

Σ’ αυτά τα πηγαιν’ έλα τους οι Πορτογάλοι είχανε βρει ένα σωρό χρήσιμα πράματα που τα στέλνανε στην πατρίδα τους και καλύπτανε πρώτες ανάγκες. Πρώτα απ’ όλα κι από τα πιο χρήσιμα, ήτανε που ανακαλύψανε τα αυγά στρουθοκαμήλου, που με ένα τέτοιο έκανες ομελέτα για δεκαοχτώ. Έτσι πήρανε ανάσα κι οι κότες τους κι αρχίσανε και μπαίνανε στις κατσαρόλες από μόνες τους. Μαζί όμως με τα αυγά, ανακαλύψανε και τα φτερά των στρουθοκαμήλων κι εκεί ήτανε που πάθανε την πλάκα τους. Φτερά στο κεφάλι για να στολίζονται και να δείχνουνε ωραίοι και πολιτισμένοι, φτερά για κοντυλοφόρους, φτερά να γαργαλάνε τις μύτες τους και να φταρνίζονται και τι άλλο πιο χρήσιμο να γυρεύανε στη ζωή από φτερά και πούπουλα.

Η πιο μεγάλη όμως η ανακάλυψη ήτανε οι εκ των επί τόπου ιθαγενείς. Δε λέω, βρήκανε κάπου και χρυσόσκονη που γυάλιζε, οι άλλοι όμως προκύψανε πιο χρήσιμοι, όχι μόνο για τους Πορτογάλους αλλά και για την πολιτισμένη τότε Ευρώπη κι ανάθεμά τονα για πολιτισμό.

Κι αυτό που καθόρισε τις μετέπειτα σχέσεις των Πορτογάλων με τους εκ των επι τόπου,  ήτανε που δεν μπορούσανε να συνεννοηθούνε στ’ αναμετάξυ τους. Τους ερωτάγανε οι Πορτογάλοι κάτι στα δικά τους τα Πορτογαλικά, απαντάγανε οι μαύροι στα δικά τους τα μαύρα, στις πενήντα αποχρώσεις του γκρι έβγαινε το συμπέρασμα.

–       Από τον ήλιο μαυρίσατε; ρώταγε ο Πορτογάλος.

–       Μπάμιες μόνο το μεσημέρι γιατί το βράδυ μας πέφτουνε βαριές! του απάνταγε ο σκούρος.

–       Πόσες ημέρες έχετε στην εβδομάδα σας; απορία ο Πορτογάλος.

–       Τα εφτά παιδιά τα μεγάλα είναι δικά μου. Τα άλλα δώδεκα τα ‘χω εξ αδιαιρέτου με τον γείτονα.

Είδανε κι απόειδανε οι Πορτογάλοι κι είπανε ν’αρχίσανε τα δικά τους χωρίς να ρωτάνε τους εκ των επί τόπου. Την επέσανε που λέτε στα χωράφια και τα οικόπεδα και τα καπελώνανε με το έτσι θέλω και στο τζάμπα.

–       Αυτό τώρα θα το λέμε αποικία

–       Ότι πεις! Μορφωμένοι αθρώποι είστε, μαχαίρια έχετε, το δίκιο με το μέρος σας.

Κι αφού τους επήρανε τα χωράφια και τα οικόπεδα και δεν είχανε οι φουκαράδες πού να μείνουνε, τους ελυπηθήκανε οι Πορτογάλοι κι είπανε να τους πάρουνε στα δικά τους τα χωράφια που να ‘χουνε κάτι να κάνουνε και να μην πέσουνε σε κατάθλιψη.

Αρχίσανε τότε και τους εφορτώνανε στα καράβια τους κι επειδή δεν είχανε λεφτά για εισιτήρια τους εκόβανε φορτωτικές, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Το τι γινότανε παραπέρα και πως εξεκίνησε το δουλεμπόριο, δεν είναι της παρούσης κι όποιος δεν ξέρει λεπτομέρειες, να πάει να ρωτήσει στο περίπτερο.

Όσο γινόντουσαν όλα αυτά, ο Ερρίκος…….

–       Ποιος Ερρίκος;

–       Αυτός καλέ, που λέγαμε στην αρχή.

Στο γραφείο του ο Ερρίκος, στο Σαγρές της επαρχίας Αλγκάβρε, έστελνε αποστολές. Έβγαινε στο μπαλκόνι του και τους εκούναγε το μαντίλι κάθε που φεύγανε για να πάνε να του φέρουνε αυγά στο Νο48, φτερά και πούπουλα και με φορτωτικές την μεγαλύτερη ντροπή που έγινε ποτέ στην ανθρωπότητα.

Το 1460 όμως ο Ερρίκος έπιασε και πόθανε. Τα εξήντα έξη του χρόνια ήτανε, και πολύ του, μα τότε παραπάνω δεν εκρατάγανε οι αθρώποι.

Με το που πόθανε, πίασανε και τον εγράψανε στην Ιστορία στο «Θου» με τους θαλασσοπόρους, γιατί λέει, αυτός ήτανε που ξεκίνησε την εποχή των μεγάλων εξερευνήσεων. Για τα άλλα όμως, εκείνα της μεγάλης ντροπής, κουβέντα.

Θα μου πείς τώρα και το «Θαλασσοπόρος» παρατσούκλι του το βγάλανε. Δεν του βγάλανε δα και σύνταξη από το ΝΑΤ.

Print Friendly, PDF & Email
Ακολουθείστε μας:
error