Τού Γήση Παπαγεωργίου

ΤΗΝ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ ΤΟΝ ΙΔ’ ΑΙΩΝΑ ΣΑΝ ΚΡΑΤΟΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝΕ ΝΑ ΤΗΝΕ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ. ΟΤΙ ΔΟΥΛΕΥΕ ΚΕΙ ΜΕΣΑ, ΣΤΟ ΑΠΟ ΣΥΝΗΘΕΙΟ ΗΤΑΝΕ ΠΟΥ ΔΟΥΛΕΥΕ ΚΙ ΙΣΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΡΑΤΑΕΙ ΤΗΝ ΤΑΜΠΕΛΑ ΣΤΗΝ ΕΞΩΠΟΡΤΑ. ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΟΛΙ ΚΡΑΤΗΣΕ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1385 ΠΟΥ ΕΜΦΑΝΊΣΤΗΚΕ Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Ο Α΄ ΤΗΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ ΤΩΝ ΑΒΙΖ. ΕΠΗΡΕ ΤΟΝ ΘΡΟΝΟ Ο ΙΩΑΝΝΗΣ, ΜΕ ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΚΙ ΑΜΕΣΩΣ ΕΠΛΑΚΩΣΕ ΤΟΥΣ ΠΟΡΤΟΓΑΛΟΥΣ ΣΤΙΣ ΦΑΠΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΑΥΡΟΚΑΝΤΗΛΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΤΣΑΚ ΜΠΑΜ ΓΙΝΗΚΑΝΕ ΑΘΡΩΠΟΙ ΚΙ Η ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΚΟΠΗΣ. ΣΤΟ ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΜΕΤΑ ΗΤΑΝ ΠΟΥ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ΚΙ Ο ΕΡΡΙΚΟΣ (1394 – 1460) ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΙΠΑΝΕ ΘΑΛΑΣΣΟΠΟΡΟ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΧΕΙ ΒΡΕΞΕΙ ΜΟΥΔΕ ΤΑ ΠΟΔΑΡΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ.

Ο Ερρίκος, προτού γίνει θαλασσοπόρος ήτανε παιδάκι σαν όλα τ’ άλλα τα παιδιά, μόνο που αυτός ήτανε και πρίγκιπας. Αυτό του είχε προκύψει επειδή ο μπαμπάς του ήτανε βασιλιάς κι ήταν ο Ιωάννης ο Α’ ο παραπάνω που λέγαμε της Πορτογαλίας.

Ο Ιωάννης ο Α’ δυο χρόνια μετά που ‘γινε βασιλιάς, εγνώρισε μιαν Εγγλέζα που την ελέγανε Φιλίππα του Λάνκαστερ

–       Θέλεις να σε κάνω βασίλισσα; την ερώτησε από περιέργεια.

–       Θέλω να γίνω ψυχολόγος! του λέει αυτή.

–       Άσε να σε κάνω βασίλισσα και μετά γίνε κι ουρολόγος.

Παρθήκανε που λέτε το 1387 κι αμέσως επέσανε με τα μούτρα στα γονιμοποιητικά και στις διαδικασίες αναπαραγωγής διαδόχων και πριγκίπων. Απ’ αυτές τις διαδικασίες εβγήκανε τρεις γιοί, που εξ αυτών ο τρίτος κι ο μικρότερος ήτανε ο Ερρίκος.

Όταν εμεγάλωσε μια στάλα το παιδί, πήγε στο σχολειό κι έμαθε γράμματα, κεφαλαία και μικρά κι απ’ αριθμούς μέχρι και πάνω από το τρακόσα. Τότε έπεσε στα χέρια του ένα βιβλίο που ‘γραφε για τα όσα είχε καμωμένα ο Μάρκο Πόλο. Το διάβασε μια, το διάβασε δυο, το διάβασε τρεις φορές κι ανάποδα μέχρι που το ‘μαθε απ’ όξω κι αρχίσανε και του μπαίνανε ιδέες περί τα εξερευνητικά.

Όλα κείνα τα χρόνια που ο Ερρίκος ήτανε παιδί και διάβαζε, οι Μαυριτανοί, που δεν ήταν όλοι τους παιδιά, κρατάγανε το Μαρόκο. Το Μαρόκο όμως, είχε ένα λιμάνι που το λέγανε Θέουτα κι έπεφτε φάτσα κι απέναντι από το Γιβραλτάρ. Έτσι η Θέουτα το ‘παιζε θυρωρός της Μεσογείου, για λογαριασμό όμως των Μαυριτανών.

Ο Ιωάννης ο μπαμπάς του Ερρίκου, αυτό δεν μπορούσε να το χωνέψει, διότι σου λέει, σε κοτζάμ βασίλειο που βασιλεύω να μην έχω κι ένα θυρωρείο της προκοπής; Με το που μπήκε που λέτε το 1412 είπε να βάνει μπρος μιαν επιχείρηση θαλασσινή και να πάρει το θυρωρείο για την πάρτη του κι εμμέσως πλην σαφώς, και για την Πορτογαλία, ρε γαμώτο. Φώναξε τότε τον Ερρίκο κι ας ήτανε και μικρότερος και τον ερώτησε.

–       Ξέρεις από καράβια;

–       Μόνο από καραβίδες.

–       Πιάσε να μάθεις γιατί από Δευτέρα πιάνεις δουλειά.

Με τα όσα ήξερε ο πιτσιρικάς, έπιασε κι έφτιαξε του μπαμπά του ένα στόλο από διακόσα καράβια με τα κουπιά τους, τα πανιά τους, κι όλα τα χρειαζούμενα περί το αρμενίζειν. Εμάζεψε μετά καπεταναίους, λοστρόμους, οπλονόμους, ναύκληρους και μόνον ηλεκτρολόγους δεν έβανε, γιατί ο ηλεκτρισμός κείνη την εποχή ήταν ακόμα επικίνδυνος.

Μπαμπάς και γιός, επήρανε τον στόλο τους και χαράματα Παρασκευής να’ σου τους όξω από την Θέουτα με τους Μαυριτανούς στο από μέσα να κάνουνε πως δεν τους είχανε προσέξει. Κατεβαίνει ο Ερρίκος, βαράει κουδούνι, την πάπια οι άλλοι.

–       Είναι κανείς μέσα;

–       Δώκαμε! Δώκαμε! οι από μέσα μπας και τηνε γλυτώσουνε.

Ο μικρός, το ‘πιασε το υπονοούμενο, άφησε τις ευγένειες και τα τυπικά κι έπιασε τις αγένειες με τα πολεμικά. Δεν επρόλαβε να σκοτεινιάσει κείνη η Παρασκευή του 1415 και στο αυθημερόν είχε πέσει η Θέουτα κι οι Μαυριτανοί είχανε πει την Μέκκα τους Μαλακάσα. Όταν εμπήκε στην Θέουτα ο Ερρίκος ήτανε μόνο στα είκοσι ένα του.

Μετά από την επιτυχία του πιτσιρικά, πού να του χαλάσει χατίρι ο μπαμπάς ο Ιωάννης. Του πήρε ποδήλατο, του πήρε βατραχοπέδιλα και τον έκαμε και διοικητή της νοτιότερης επαρχίας της Πορτογαλίας που την ελέγανε Αλγκάβρε. Σ’ αυτή την επαρχία και δίπλα στην θάλασσα ήτανε κι η πόλη Σάγκρες που ‘χε λιμάνι κι έβλεπε απέναντι την Αφρική κι εκεί ο Ερρίκος έφτιαξε μια Ναυτική Σχολή. Μάζεψε καπεταναίους, μάζεψε γεωγράφους, αστρονόμους, χαρτογράφους, μαθηματικούς και τέσσερεις περβολάρηδες και πιάσανε δουλειά.

Οι περβολάρηδες εμείνανε απ’ όξω να φυτεύουνε κατιφέδες και να κουρεύουνε το γκαζόν κι όλοι οι αποδέλοιποι, ολημερίς εστέκανε στα μπαλκόνια της Σχολής και ξύνανε την κούτρα τους χαζεύοντας την Αφρική. Το βράδυ που σκοτείνιαζε και δεν εβλέπανε την Αφρική μπαίνανε μέσα κι ανταλλάσσανε απόψεις, ξύνοντας τ’ άλλα τους τα διάφορα, χωρίς όμως τους περβολάρηδες που σχολάγανε στις εφτά.

Εκείνη την εποχή, κάτι κανέλες, πιπέρια και λοιπά εξ Ανατολής μπαχαρικά, είχανε μπουκάρει στην Ευρώπη κι οι Ευρωπαίοι είχανε πάθει την πλάκα τους με δαύτα. Με το να μην έχουν εφευρεθεί ακόμα τα ψυγεία, τα τρόφιμά τους και πιο πολύ τα κρέατα, βρωμοκοπάγανε από την σαπίλα μέχρι να τα φάνε. Πλακώνανε τότε τα ψοφίμια τους στα μπαχαρικά και τα χλαπακιάζανε νομίζοντας πως τα ‘χανε γκουρμεδιάσει.

Έλα όμως που για να φτάσουνε τα τοιαύτα από την Κίνα και τις Ινδίες στα ψοφίμια τους, επερνάγανε από σαράντα κύματα κι εξήντα τελωνεία. Ανέβαινε έτσι το κόστος κι έφτανε για να βάνεις μισή κουταλιά κανέλα στο ρυζόγαλο να σου γυρεύουνε το «πόθεν έσχες» .

Τότε ήτανε που ο Ερρίκος εθυμήθηκε τους Αρχαίους Έλληνες που λέγανε πως η ιδια θάλασσα βρέχει την Ευρώπη την Αφρική και την Ασία και πέταξε την ιδέα να ξεκινήσουνε να ψάχνουνε για δρόμο προς τις Ινδίες κάνοντας τον γύρο της Αφρικής.

–       Και να πλακωνόμαστε ξανά μανά με τους Μαυριτανούς του Μαρόκου;

–       Θα περνάμε την ώρα που βγαίνει ο μουεζίνης και φωνάζει κι όλοι οι μουσουλμάνοι μπρουμουτίζουνε για προσευχή.

Εδώ έπεσε φάπα σύννεφο αλλά η ιδέα για να αρχίσει η εποχή των εξερευνήσεων είχε μπει κι είχε δέσει.

(συνεχίζεται)

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email
Ακολουθείστε μας:
error