Γράφει η Μαριάννα Κορομηλά.

Ήταν Δεκέμβριος. Δεκέμβριος του 533. Ο πανάξιος Βυζαντινός στρατηγός Βελισάριος κατατρόπωσε τις δυνάμεις του βασιλιά Γελίμερου και εισήλθε νικητής στην Καρχηδόνα (την θρυλική λιμανούπολη κοντά στη σημερινή Τύνιδα, πρωτεύουσα της Τυνησίας). Το Βανδαλικό Βασίλειο είχε καταλυθεί. Όλο το Μαγκρέμπ, από τον Κόλπο της Σύρτης και την Τριπολίτιδα της Λιβύης μέχρι τις Ηράκλειες Στήλες (το στενό μεταξύ Μαρόκου και Γιβραλτάρ στο δυτικότερο άκρο της Μεσογείου), αλλά και τα νησιά Κορσική, Σαρδηνία και Βαλεαρίδες, πέρασαν και πάλι στην επικράτεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ήταν μία επική εκστρατεία. Απίστευτες οι δυσκολίες. Η Βόρειος Αφρική, η Ιφρικία των Βυζαντινών, είχε καταληφθεί από τους γερμανογενείς Βανδάλους μέσα στη δεκαετία 429-439. Ο βασιλιάς τους, ο Γιζέριχος, είχε επωφεληθεί και από το μίσος των γηγενών, που είχαν δημιουργήσει τα θρησκευτικά πάθη: ήταν όλοι Χριστιανοί, πιστοί μάλιστα, και οι Βάνδαλοι και οι αφρικανικοί πληθυσμοί, αλλά αδυνατούσαν να κατανοήσουν και να ενστερνιστούν το ορθόδοξο δόγμα που υποστήριζε και επέβαλε με κάθε τρόπο η Κωνσταντινούπολη.
Υπάρχουν πολλοί ανάμεσά μας, που διατυμπανίζουν με περισσή έπαρση ότι δεν τους ενδιαφέρουν «τα θρησκευτικά». Χα! Ενδιέφεραν όμως τους υπηκόους της Αυτοκρατορίας. Κι άλλους αναρίθμητους πληθυσμούς κι αμέτρητους ηγεμόνες, από τα ιστορικά βάθη έως και του νυν. Οι θρησκευτικές έριδες που συντάραζαν την Πρωτοβυζαντινή εποχή, οι διώξεις και οι φανατισμοί, από τη μια μεριά, η διαφθορά των φιλοχρήματων και υπερφίαλων αξιωματούχων από την άλλη, που σε μεγάλο βαθμό δρούσαν ανεξέλεγκτα, αλλά και η μεγάλη απόσταση που χώριζε τη νέα πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας (την Κ/Πολη) από τις αφρικανικές ακτές της Δυτικής Μεσογείου, ήταν οι κυριότεροι παράγοντες της αποξένωσης των λαών της Ιφρικίας από τη βυζαντινή πρωτεύουσα.
Κέφι να’χεις κι ώρα να’χεις, για να παραδοθείς στα ιστορικά. Ίσως κάτι κερδίσεις. Τώρα που άρχισαν και οι διακοπές…
Να σημειωθεί, λοιπόν, ότι στην «Ιφρικία» δεν υπαγόταν η Αίγυπτος. Η χώρα του Νείλου αποτελούσε μία χωριστή οντότητα. Και η Κυρηναϊκή, δηλαδή η βραχώδης χερσόνησος που καταλαμβάνει την Ανατολική Λιβύη και αντικρίζει την Κρήτη (η Βεγγάζη το μεγαλύτερο αστικό κέντρο), ήταν ένας ιδιαίτερος τόπος, με εντελώς ιδιαίτερο οικοσύστημα –πολύ κοντινότερο στο κρητικό. Η Κυρηναϊκή αποτελούσε ένα είδος «προέκτασης» της Αιγύπτου. Τουλάχιστον στο πεδίο της ιστορικής εξέλιξης και του πολιτισμού, από τα πολύ πρώιμα αρχαϊκά χρόνια, όταν ιδρύθηκαν οι πρώτες ελληνικές αποικίες. Καλά τα περιγράφει ο Ηρόδοτος. Θα ’λεγε κανείς ότι ήταν το νοτιότερο τμήμα της Μεγάλης Ελλάδας. Εξάλλου, η Κυρηναϊκή υπάγεται στον κόσμο της Ανατολικής Μεσογείου, ενώ η υπόλοιπη Λιβύη, με τη στενή παραθαλάσσια λουρίδα και την απέραντη έρημο, υπάγεται στον δυτικομεσογειακό κόσμο. Διόλου τυχαία δεν τράβηξε τη γραμμή ανάμεσα στο Ανατολικό και το Δυτικό τμήμα της Αυτοκρατορίας ο Θεοδόσιος ο Μέγας το 395. Στο Δυτικό υπάγεται το μεγαλύτερο μέρος της Λιβύης (Μεγάλη Σύρτις / κόλπος της Σύρτης, Τριπολίτιδα κλπ), η Τυνησία, η Αλγερία και τμήμα του Μαρόκου…. «Οκτώ μήνες τον χρόνο έτρεφε η Βόρεια Αφρική τη Ρώμη και τους υπόλοιπους τέσσερις την έτρεφε η Αίγυπτος» λένε οι ιστορικοί, για να τονίσουν τη μεγάλη σημασία του σιτεμπορίου, το οποίο έλεγχαν από το 430 οι Βάνδαλοι και οι Αλανοί με το εφήμερο κράτος που είχαν δημιουργήσει, το Regnum Vandalorum et Alanorum. Και το 455, οι Βάνδαλοι δεν δίστασαν να πολιορκήσουν τη Ρώμη και να λαφυραγωγήσουν τη μουσειακή πρωτεύουσα που είχε χάσει κάθε σπουδαιότητα, όχι όμως και την αίγλη της, ούτε και τα πλούτη της. Αυτά τα λάφυρα μετέφερε έναν αιώνα αργότερα ο Βελισάριος στην Κ/Πολη για να τα παραδώσει στον αυτοκράτορα, τον Ιουστινιανό Α΄, κι αυτά τα πλούτη αμύθητης αξίας και σημασίας παρουσιάστηκαν στον θρίαμβο που τέλεσε ο μέγας στρατηγός στον Ιππόδρομο της πρωτεύουσας το 534. «Τα πλήθη ουρλιάζουν στις κερκίδες». Σε εκείνον τον θρίαμβο σύρθηκε αλυσοδεμένος ο βασιλιάς Γελίμερος και αφού υποχρεώθηκε να αποβάλει τον βασιλικό μανδύα και να προσκυνήσει πρηνής τον αυτοκράτορα, επανέλαβε την ρήση του Εκκλησιαστή «Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης». Κτήματα στη Γαλατία του δώρισε ο Ιουστινιανός και τον έστειλε να ζήσει εκεί οικογενειακώς. Αυτή ήταν η μεγαλόπνοη πτυχή της βυζαντινής διπλωματίας.
Το μέγιστο στρατιωτικό κατόρθωμα του Βελισάριου, στον οποίο ο ίδιος ο Ιουστινιανός Α΄ είχε απονείμει τον τίτλο του στρατηγού αυτοκράτορα (δηλαδή αρχιστράτηγου με αυξημένες δικαιοδοσίες και απεριόριστη εξουσία) όταν τέθηκε επικεφαλής της εκστρατείας, είχε ως αποτέλεσμα να μείνει εντός βυζαντινών συνόρων για τους δύο επόμενους αιώνες το Εξαρχάτο της Ιφρικίας, ακόμα κι όταν παραδόθηκε η Αίγυπτος στους Συντρόφους του Προφήτη. Όμως τι είχε κάνει ο Βελισάριος, για να κατανικήσει τους Βανδάλους;
Πρώτη φροντίδα: η καλή προετοιμασία του ναυτικού μέρους της Βανδαλικής Εκστρατείας. Πεντακόσια μεταγωγικά θα μετέφεραν 10.000 πεζούς και 5.000 ιππείς με τα άλογά τους. Αυτό ήταν το πιο δύσκολο μέρος του εγχειρήματος, γιατί τα άλογα είναι το πιο «εύθραυστο» φόρτωμα σε ένα πλοίο κι ένα από τα πιο επικίνδυνα, τα πιο ασταθή, φορτώματα –μόνο με τα υγρά μπορεί να συγκριθεί. Επιπλέον, χρειάζονται καλό φαγητό, καθαρό νερό και απαιτούν πεντακάθαρο στάβλισμα. Αδύνατο να ζήσουν μέσα σε ακαθαρσίες. Ούτε και μπορούν να μείνουν ακίνητα επί μέρες. Ποιοί και πόσοι φρόντιζαν αυτά τα 5.000 απαιτητικά πλάσματα στη διάρκεια του θαλασσινού ταξιδιού που διήρκεσε ογδόντα ημέρες; Ναι. Ογδόντα ημέρες κράτησε το ταξίδι από την Ηράκλεια του Μαρμαρά (την αρχαία Πέρινθο, στα δυτικά της Κ/Πόλεως) μέχρι τις εξοχές της Καρχηδόνας. Ογδόντα ημέρες με τις υποχρεωτικές στάσεις, κυρίως λόγω καιρικών συνθηκών και άλλων περιπετειών. Μα πόσο νερό καταναλώνει την ημέρα ένα άλογο; Κι όταν ζαλιστεί από ναυτία, ή όταν πανικοβληθεί, ή όταν θυμώσει και αγριέψει, τι γίνεται; Και ποιος ασχολείται με την καθαριότητα; Δεν υπάρχει δραματικότερο φόρτωμα από το ιππικό (το έζησαν και οι Ισπανοί της Ανίκητης Αρμάδας στα νερά της Αγγλίας το 1588).
Σταθήκαμε στα άλογα, που τα περισσότερα προέρχονταν από τα βασιλικά ιπποφορβεία της Θράκης, αλλά απορεί κανείς πώς έζησαν και πώς τράφηκαν οι 10.000 πολεμιστές που επέβαιναν στα μεταγωγικά και οι χιλιάδες ναύτες; Ο Προκόπιος, που έλαβε μέρος στην εκστρατεία στο πλευρό του Βελισάριου, γράφει στον «Βανδαλικό Πόλεμο» (τμήμα του έργου του «Υπέρ των πολέμων») ότι οι ναύτες ήταν 30.000. Αιγύπτιοι και Ίωνες, αλλά και Κίλικες• θαλασσινά γένη. Αρχηγός τους ορίστηκε ο Καλώνυμος από την Αλεξάνδρεια. Το μάχιμο τμήμα του στόλου αποτελούσαν 92 «μακρά πλοία, ειδικά κατασκευασμένα για ναυμαχία. Πάνω από τα κουπιά υπήρχε ένα σκέπαστρο, ώστε να μην είναι εκτεθειμένοι οι κωπηλάτες στις εχθρικές βολές. Αυτά τα πλοία ονομάζονται ‘δρόμωνες’, διότι μπορούν να αναπτύξουν μεγάλη ταχύτητα. Κι ήταν επανδρωμένα με 2.000 πολεμιστές που ήταν ταυτόχρονα και κωπηλάτες. Κανένας δεν περίσσευε ανάμεσά τους. Υπεύθυνος για τον εφοδιασμό του στρατού ήταν ο Αρχέλαος, άνδρας από την τάξη των πατρικίων …». Αξιοθαύμαστα τα logistics του Βελισάριου! Τα πάντα οργανωμένα μέχρι κεραίας. Ε! δεν γινόταν αλλιώς. Η πανωλεθρία του 468 δεν είχε ξεχαστεί. Τι να τα κάνεις τα 1.113 πλοία, την ισχυρότατη αποβατική δύναμη και τα τεράστια χρηματικά ποσά που είχε τότε στη διάθεσή του ο Βασιλίσκος; Ο ισχυρός άνδρας δεν είχε την κατάλληλη εκπαίδευση για να ηγηθεί σύνθετης εκστρατείας. Τέτοιου μεγέθους ήταν η καταστροφή ώστε ο Βασιλίσκος, αδελφός της αυτοκράτειρας Βερίνας, θεωρήθηκε σαν ύποπτος προδοσίας.
Δεν είναι εύκολος στόχος η Ιφρικία. Και στον καιρό του Ιουστινιανού θυμόντουσαν ακόμα με τρόμο τα ποσά που είχαν ξοδευτεί για «εκείνον τον κακοδαίμονα πόλεμον» γράφει ο Ιωάννης ο Λυδός. Για αυτό και διαφωνούσαν με τη νέα εκστρατεία πολλοί από τους συνεργάτες του Ιουστινιανού. Κυρίως ο Ιωάννης ο Καππαδόκης. Αυτή η ύπουλη και άκρως επιθετική σκορπίνα επιχείρησε επιμόνως να αποτρέψει την όντως παράτολμη εκστρατεία. Φοβόταν τα υπέρογκα έξοδα ή τη δόξα που θα αποκτούσε ο Βελισάριος σε περίπτωση επιτυχίας; Τον τρόμαζε το πάθημα του 468; Διαφωνούσε με το ιουστινιάνε