Ντόπιοι που το διαδσκέδασαν, εσφαγησαν κατόπι.

Φτάσανε στης θάλασσας και των Ωκεανών τα πέρατα

με κοτσιδάκια το μαλλί

και κράνη με δυο κέρατα.

Η Ευρώπη του Μεσαίωνα έκανε «κρα» να δει μιαν άσπρη μέρα. Πανούκλες, χολέρες, πόλεμοι και το παπαδαριό ρημάζανε ή ταλαιπωρούσανε τον κοσμάκη. Κυριακή βράδυ τέλειωνε ο πόλεμος, Δευτέρα πρωί έπεφτε πανούκλα. Θέριζε η πανούκλα όσους είχανε γλυτώσει από τον πόλεμο, πλάκωνε το παπαδαριό τους υπόλοιπους και τους εμπουρλότιαζε ή τους εσκότιζε με τα θρησκευτικά του.

–       Αγαπάτε αλλήλους ρε!

–       Τρεις κι ο κούκος εμείναμε πάτερ μου, είναι να μην αγαπιόμαστε;

–       Μετανοείτε ρε αμαρτωλοί!

–       Κι άλλο; Μετανιώσαμε που γεννηθήκαμε! Δεν φτάνει;

Μέσα σ’ αυτό τον αχταρμά της μιζέριας, της αδικίας, της κακομοιριάς και του κακού τους του καιρού, νάσου κι οι Βίκινγκς.  Με τα μακρόστενα τα πλοία τους, με τα τετράγωνά τους τα πανιά,  με τα μακρινάρια τα κουπιά, με τα τσεκούρια τους και τις βαριοπούλες τους, όλα όμορφα παστρικά και νοικοκυρεμένα. Φοράγανε και κάτι κράνη με κέρατα στην κορφή, σαν αλεξικέραυνα, να τους βλέπει ο κοσμάκης και να παθαίνει ίκτερο. Κι από κάτω, κάνανε τα μαλλιά τους ….. κοτσιδάκια.

Ναι λόγω τιμής αδέρφια, κοτσιδάκια τα κάνανε πανάθεμά το μπόι τους και την αγριάδα τους. Κι από την μια έβλεπες τα κέρατα και δαγκωνόσουνα μη σου ξεφύγει κανένα «Τι κάνει η κυρία σας όταν ταξιδεύετε;», κι από την άλλη, έβλεπες κείνα τα ντερέκια να κυκλοφοράνε με τα κοτσιδάκια σε στιλ «κοκκινοσκουφίτσα version travesty» Ε! Όπως και να το κάνουμε, και σε μνημόσυνο κοντινού να ήσουνα, σου ‘φτιαχνε το κέφι. Κι από την στιγμή που ήξερες πως τα ντερέκια με τα κοτσιδάκια δεν ήτανε παιδιά σου ή ανίψια σου, για να στο γυρίσει σε μανιοκατάθλιψη, αφηνόσουνα κι έριχνες γέλιο νευρικό μέχρι δακρύων.

ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΑΤΩ

Μπουκάρανε που λέτε οι Βίκινγκς στην Κεντρική την Ευρώπη ορεξάτοι για δουλειά, σφάξιμο και μακελειό. Με το που σκάγανε μύτη σε κάποιο χωριό, τους εβλέπανε οι χωριάτες με τα τσεκούρια και τα κέρατα και σε πρώτη φάση φταρωνόντουσαν. Στην δεύτερη φάση όμως την πιο ψύχραιμη που βλέπανε τα κοτσιδάκια, τους επαίρναγε η λαχτάρα και χεζόντουσαν στο γέλιο,

–       Τι γελάτε ρε; Δεν έχετε ξαναδεί κέρατα;

–       Οπωσδήποτε!

Βλέπεις, εκείνος ο συνδυασμός «κέρατα – κοτσιδάκια» έκανε λίγο προς χατζάρα με ροζ φιόγκο, ή για να το καταλάβετε καλύτερα, άμα το δούμε στο διατροφικό, βγάζει τραχανά με κερασάκι μπλούμ.

Τι να το κάνεις όμως που οι Βίκινγκς, ως αγριάνθρωποι πολεμιστές κάτι τέτοια δεν τα σηκώνανε. Κι αγαθές προθέσεις να είχανε, αυτή η αντιμετώπιση εκ των επί τόπου χωρικών τους ετσάντιζε και με το δίκιο τους. Διότι σου λέει, δεν μπορεί εγώ να στο πάω για ταραχή κι εσύ να με βλέπεις Βέγγο.

Τους εσφάζανε λοιπόν για να μάθουνε να εκτιμάνε… ότι τέλος πάντων δεν εκτιμάγανε. Και δώσ’ του και κατεβαίνανε και δώσ’ του γέλια και να τα σφαξίματα και ξανά μανά γέλια και σφαξίματα, μέχρι που κείνο «το γέλιο μακραίνει την ζωή» είχε αρχίσει να γίνεται καλαμπούρι, και κάτι σαν το σημερινό το «αναπροσαρμογή των συντάξεων του δημοσίου». Κι από την άλλη, αυτό το γέλα και σφάζε, ξαναγέλα και ξανασφάζε είχε καταντήσει μονότονο.

–       Παιδιά, επαναλαμβάνεστε.

–       Αυτό ξέρουμε, αυτό κάνουμε.

–       Βάλτε και λίγη φαντασία. Δοκιμάστε κάποιο άθλημα, έστω και με τσεκούρια.

Τον χαβά τους αυτοί. Άσε που δεν επαίρνανε κι από λόγια. Και ποια λόγια που τα δικά τους τα λόγια ούτε αυτοί στο αναμετάξυ τους τα καταλαβαίνανε. «Καλημέρα» τους έλεγες, γκρρρρ σου απαντάγανε και κάτι άλλα από τα δικά τους τα ακαταλαβίστικα. Λες κι άκουγες τον γέρο Καραμανλή να μιλάει σε κασέτα βαλμένη ανάποδα. Αφού και σήμερα, τα διπλοτρισέγγονά τους, τους ίδιους ήχους βγάζουνε κι ας μην κυκλοφοράνε με εμφανή κέρατα.

ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ Η ΧΑΡΗ ΤΟΥΣ

Γύρω στον δέκατο αιώνα, οι Βίκινγκς, με τα κοτσιδάκια τους, τα κερατάκια τους και με τα καραβάκια τους τα μακρόστενα φτάσανε και στον Πειραιά. Τότε όμως δεν τον ελέγανε έτσι , αλλά Πόρτο Λεόνε, γιατί στην είσοδό του είχε ένα λιοντάρι από μάρμαρο Πεντέλης, πρώτης ποιότητας, απ’ αυτό που φτιάχνουνε και τους νεροχύτες.

Ανεβήκανε που λέτε οι αγριάνθρωποι πάνω στο λιονταράκι και το μαγαρίσανε πανάθεμά τους με γκράφιτι. Κι επειδή τότε δεν υπήρχανε σπρέϊ και τέτοια καλλιτεχνικά, το γκράφιτι το κάνανε με τα τσεκουράκια τους κι ο Θεός ξέρει τι του ‘χανε καμωμένο. Αφού να φανταστείτε, περάσανε αργότερα κάποιοι τουρίστες από την Βενετία και μαύρισεν η ψυχή τους έτσι που το είδανε ματσακονισμένο. Το πήρανε τότε κι αυτοί και το πήγανε στα δικά τους τα μέρη που είχανε μαστόρους που ξέρανε από μαρμάρινα λιοντάρια για να το φτιάξουνε. Και για να καταλάβετε την ζημιά που του ‘χανε κάνει οι αθεόφοβοι, κοντά 1000 χρόνια το ‘χουνε εκεί και το μαστορεύουνε κι ακόμα ζεβλομένο δείχνει.

Οι Βίκινγκς όμως στον τότε Πειραιά , όξω από το μαγάρισμα του λιονταριού, εκάμανε κι άλλα απρεπή και μαγαριστικά, που οι τότε δικοί μας οι εδώ, ενοχληθήκανε και σαν πιο πολιτισμένοι αθρώποι που ήτανε, είπανε να το κουβεντιάσουνε με δαύτους.

–       Καλοί μας αθρώποι εκ του Βορρά! Αφήσατε τις γυναικάρες σας τις σκανδιναβικές  για να έρθετε να κουτουπώσετε τις δικές μας τις βακέτες; Πλάκα μας κάνετε ή έχετε καταρράκτη; Και τα χωριά σας τα ωραία τα καταπράσινα με τους ταράνδους σας, τα φιορδ, γιατί τα’ αφήσατε; Την πανούκλα μας εζηλέψατε;

–       Θέλουμε γη.

–       Κι αυτό που έχετε κει πάνω, κόντρα πλακέ είναι με πράσινο καπλαμά;

Επειδή, λέει κει πάνω είχανε μόνο έλατα και όπως όλοι γνωρίζουμε από την φυτολογία και την μαγειρική, τα έλατα δεν τρώγονται, θέλανε γη για να φυτέψουνε φαγώσιμα. Θέλανε καρπούζια, πεπόνια, ακτινίδια και καμιά νεραντζιά για να βγάνουνε κι αυτοί γλυκό του κουταλιού.

Χουβαρντάδες οι δικοί μας και κιμπάρηδες τους εδώκανε δυο βαζάκια νεραντζάκι γλυκό κι ένα περγαμόντο κι όσο για τα άλλα τα αποδέλοιπα όλο και κάτι θα γινότανε που να μην αναγκάζονται να κουβαλιώνται τόσο δρόμο με τα κέρατα και τα κοτσιδάκια τους και να τρομάζουνε τις ενταύθα προβατίνες.

Τον χαβά τους όμως αυτοί διότι όξω που ήτανε καχύποπτοι το ‘ χανε κάνει τάμα να γίνουνε περβολάρηδες. Άσε και το άλλο που κι αυτό τάμα το είχανε κάνει.

–       Θέλουμε να μεγαλώσουμε τον κόσμο. Να βρούμε καινούργια εδάφη, χώρες, ηπείρους, χωριά και πολιτείες…..

–       Επιτρέπεται μια παρατήρηση; Με όλο το θάρρος δηλαδή, τώρα που γνωριστήκαμε. Από δω μεριά, ότι ήτανε να βρεθεί, έχει βρεθεί. Αν είναι να δοθεί όροφος, θα δοθεί από πάνω μεριά που ‘χετε και τον αέρα.

–       Λέτε;

–       Λέπια και κέρατα ανάκατα με κοτσιδάκια.

Με το μυαλό που κουβαλούσανε τα παιδιά με τα κέρατα και τα κοτσιδάκια δεν το πιάσανε εξ αρχής το υπονοούμενο. Όταν όμως είδανε πως τα από δω τα είχανε ρημάξει, αρχίσανε να ψάχνονται. Κι εκεί στο αυτοψάξιμο προκύψανε κωπηλατόντες κι αρμενίζοντες κατά πάνω μεριά. κι όπου βλέπανε γη βγαίνανε και δώστου πάλι το ίδιο το βιολί. Τους εβλέπανε οι εκ των επί τόπου, φταρωνόντουσαν αρχικώς, εχεζόντουσαν στο γέλιο τελικώς και να τα σφαξίματα και το ρημαδιό.

 

–       Παιδιά ψάξτε το! Κέρατο με κοτσιδάκι δεν βγάζει σοβαρότη!!!

(Συνεχίζεται)

Ντόπιοι που το διασκέδασαν, εσφαγησαν κατόπι.

 

ΒΙΚΙΓΚΣ, ΕΙΣΒΑΛΟΝΤΕΣ ΠΡΩΙ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ

-Ντόπιοι που το διασκέδασαν, εσφάγησαν κατόπι.

Print Friendly, PDF & Email
Ακολουθείστε μας:
error