EΡΙΚ Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ

Μερικοί από τους αγριάνθρωπους τους Βίκινγκς είχανε προκύψει πιο τολμηροί και μια στάλα πιο αχόρταγοι από το σύνηθες, οπότε πιάνανε και ξεμακραίνανε πέραν του συνήθους. Αυτό το κάνανε για δυο λόγους. Ο ένας ήτανε επειδή στα χωριά τους τα Σκανδιναβικά, με το κρύο το κάτωθεν του μηδενός και χωρίς τηλεόραση το ρίχνανε στην αναπαραγωγή με αποτέλεσμα να είναι όλοι τους πολύτεκνοι και να μην χωράνε ούτε στα σπίτια τους, ούτε στους δρόμους και τα σοκάκια. Ο δεύτερος κι ο σπουδαιότερος ήτανε που τους άρεσε να σφάζουνε και να ρημάζουνε. Έτσι καβαλάγανε τα καραβάκια τους κι αμολάγανε πάρα πέρα που να προλαβαίνουνε να ρημάζουνε τα εκάστοτε ανακαλυπτόμενα και να σφάζουνε τους εκάστοτε εκ των επί τόπου προτού τους ανακαλύψουνε οι εκάστοτε επόμενοι και μεθεπόμενοι. Διότι σου λέει, άμα αυτοί οι εκάστοτε βρούνε τους άλλους τους εκ των επί τόπου εκάστοτε σφαγμένους, θα γυρίσουνε στο σπιτάκι τους και θα πήξουνε πάλι οι δρόμοι και τα σοκάκια.

Στο κάπως έτσι κι αρμενίζοντας στο ψαχτό, το 874 ανακαλύψανε την Ισλανδία. Ήτανε όμως τόσο γίδια που τους επήρε εκατό χρόνια για να αποφασίσουνε να πάνε και να την εποικήσουνε. Κι αφού το 970 την εκάτσανε και περνάγανε καλά το έμαθε κι ο Γκούντμπγιορν ο Ούλφσον και το 985 ξεκίνησε να πάει να τους βρει που να βολευτεί κι αυτός και να καλοπερνάει.

Όταν όμως σε λένε Γκούντμπγιορν δεν βγαίνεις εύκολα στη θάλασσα γιατί δεν μπερδεύεις μόνο τους λιμενάρχες, αλλά και τις φάλαινες και τους κροκόδειλους κι ας μην είχε τέτοιους εκεί πάνω. Άμα μάλιστα σε πιάσει και κάνα κατακαίρι απ’ αυτά τα άγρια και καταψυκτικά που πιάνει στις βόρειες θάλασσες, τότε σημαδεύεις Ισλανδία μα βγαίνεις αλλού. Σε ένα τέτοιο αλλού βγήκε τότε κι ο Γκούντμπγιορν κατά λάθος και δεν ήξερε ούτε πώς να το πεί μα ούτε και που βρισκότανε.

Εκείνη την εποχή, κυκλοφόραγε κει πάνω κι ένας άλλος από αυτούς τους αγριάνθρωπους και Νορβηγός με κέρατα από κούνια, ο Έρικ ο Κόκκινος. Το 950 που γεννήθηκε είχε άλλο επίθετο και το «Κόκκινος» του βγήκε μετά ένεκα το επάγγελμα που ακολούθησε. Αυτό το παιδί, ο Έρικ, από μικρός ήτανε ταλέντο στο σφάζειν κι αυτό έπιασε να σπουδάσει μετά που μεγάλωσε. Με το που πήρε το πτυχίο και προτού προλάβουνε να του πούνε οι δασκάλοι του καλορίζικος, αυτός είχε σφάξει κι όλας σαράντα τρεις κι έτσι του βγήκε κείνο το επίθετο το «Κόκκινος».

Βλέπετε, από τότε το είχανε διεθνώς και πολλά επίθετα προκύπτανε από τα επαγγέλματα. Όπως δηλαδή έχουμε κι εμείς σήμερα Μαραγκός, Παπουτσής, Τσάτσος ή Ζουράρης (αυτό το τελευταίο είναι τούρκικο και πάει να πει τοκογλύφος).

Ο Έρικ λοιπόν ο Κόκκινος, φονηάς και σφάχτης κατ’ επάγγελμα, που όξω από κοτσιδάκια κέρατα και μπαλτά, διέθετε και δελτίο παροχής , είχε το ΤΕΒΕ του κι όλα τα χρειαζούμενα και μέχρι στον ΧΡΥΣΟ ΟΔΗΓΟ τον έβρισκες στο «σφου».

Από δουλειές, δόξα τω Θεώ, μέχρι και τις Κυριακές εδούλευε κι από Ομόρρυθμος το είχε γυρίσει σε ΕΠΕ κι ετοιμαζότανε να βάνει και τριψήφιο τηλέφωνο σαν την Express Service, όταν του ξέφυγε η μπαλταδιά.

Με την φόρα που’χε πάρει σ’ ένα από κείνα τα σφαξίματα, ρίχνει μια με τον μπαλτά τον Νο 7 και τσακ… ξεκαυκαλιάζει έναν κύριο που δεν έπρεπε.

–       Τι έκανες εκεί βρε ζώον?

–       Μπαρδόν, μου ξέφυγε.

–       Τον Πρόεδρο?

–       Κεκτημένη ταχύτης.

–       Ταχίνη και χώμα να σε πνίξει κερατά. Τώρα τι κάνουμε?

Νύχτα την εκοπάνησε από την Νορβηγία ο Κόκκινος, προτού πλακώσουνε οι χωροφυλάκοι. Εκόντινε τα κοτσιδάκια, έβανε και τρίτο κέρατο στην κορφή, άλλαξε και το όνομα και το έκανε «Ροζέ» και την έκανε για Ισλανδία.

Στην Ισλανδία το ‘παιξε Ισλανδός και καλά που παίρναγε, μόνο που εκεί είχε δικαστές που δεν εχαρίζανε στα περί τα φονικά. Έλα όμως που ο δικός μας άλλη δουλειά δεν ήξερε, οπότε κάποια στιγμή, το 985, την έριξε την μπαλταδιά πάλι σε κάποιον πρόεδρο.

–       Πάλι τα ίδια! Τόσους αναλώσιμους έχουμε, αυτόν εβρήκες?

–       Είναι που ώρες ώρες δεν μπορώ να το ελέγξω… πάντως προσπαθώ.

Ξανά μανά τα ίδια πιάνει και μπαρκάρει και τηνε κοπανάει δυτικά. Από τον Γκούντπμγιορν είχε ακούσει πως κατά κει και λίγο κατά πάνω υπήρχε ένα μεγάλο νησί που ήτανε όλο κουκουλωμένο από τους πάγους. Οπότε , σου λέει, άμα έχει τόσους πάγους δεν μπορεί να έχει ούτε δικαστές ούτε προέδρους και το τοιούτον ως νησί μας κάνει κι ας είναι κατεψυγμένο.

Αρμενίζοντας και παλεύοντας με κύματα, πάγους και άλλα τέτοια δυσχερή και εντόνως ψυκτικά έφτασε μετά από λίγο σ’ αυτό που είχε βρει ο άλλος και δεν ήξερε πώς να το πει.

Ο Έρικ όμως είδε κάπου δίπλα στην θάλασσα λίγη πρασινάδα και κατάλαβε ότι επρόκειτο περί νήσου κατεψυγμένης. Κι έτσι την είπε Γροιλανδία (Greenland) που να κοροϊδεύει τον κοσμάκη και να τηνε νομίζουνε πως ήτανε κάργα από λιβάδια.

Αφού σιγουρεύτηκε πως ο τόπος ήταν έρημος οπότε και δεν θα υπήρχανε προέδροι, δικαστές και χωροφυλάκοι, γύρισε στην Ισλανδία με την ταμπέλα της Πράσινης της Γής.  Έπιασε και παραμύθιασε τους Ισλανδούς περί του τόπου του χλοερού, μάζεψε 25 καράβια, τα καργάρισε κορόϊδα και το 986 ξεκίνησε για την νήσο την κατεψυγμένη που κατά βάθος, μα πολύ βάθος, επρασίνιζε.

Από τα 25 καράβια μόνο τα 14 φτάσανε κει πάνω και με τα όσα κορόϊδα την είχανε σκαπουλάρει από τις φουρτούνες και τους πάγους. Κι όταν εφτάσανε βλαστημώντας, ανακαλύψανε πως δεν έπρεπε να κάνουνε φασαρία για να μην ξυπνήσουνε τις αρκούδες που κοιμόντουσαν δίπλα στον βόρειο πόλο.

Κάνανε λοιπόν την πάπια, βγάλανε τον σκασμό κι αρχίσανε να το παίζουνε άποικοι στην καινούργια την αποικία που είχανε μάθει όλοι τους, για παρηγοριά, να τηνε λένε Γροιλανδία μα η πουτάνα δεν έλεγε να πρασινίσει.

Ο Έρικ ο Κόκκινος το ‘παιζε πρόεδρος, δικαστής και νωματάρχης κι έκανε ότι γούσταρε χωρίς να χρειάζεται να τηνε ξανακοπανήσει νύχτα. Είχε φροντίσει μάλιστα να κυκλοφορήσει προς ανατολάς εκείνο το μούσι περί την πρασινάδα, χωρίς όμως την κατάψυξη και τις αρκούδες από δίπλα, οπότε αρχίσανε και πλακώνανε κατά καιρούς κι άλλα κορόϊδα για να το παίξουνε άποικοι κι αυτοί μη χάσουνε.

Μόνο που οι καινούργιοι άποικοι, μαζί με τα μπαγκάζια τους κουβαλήσανε το 1002 και μιαν επιδημία που τους εξεκατίνιασε απαξάπαντες και μόνο τις αρκούδες δεν έπιασε στο από δίπλα.

Ο Έρικ ο Κόκκινος δεν την εγλύτωσε. Τον εβάρεσε κι αυτόν η επιδημία και το 1003 κακοψόφησε κι ησύχασεν ο κόσμος.

Ο Έρικ ο Κόκκινος ανακάλυψε την Γροιλανδία που ‘χε ανακαλύψει ο άλλος και δεν το κατάλαβε αφού την είχε ανακαλύψει κατά λάθος. Γι’ αυτό τον είπανε θαλασσοπόρο κι έτσι αποφύγανε να τονε πούνε «σφάχτη» και «φονηά» που να μην αγριεύονται και τα παιδιά όταν διαβάζουνε ιστορία.

 

Print Friendly, PDF & Email
Ακολουθείστε μας:
error