ΛΕΪΦ ΕΡΙΚΣΟΝ

Ο Ερικ ο Κόκκινος είχε μια γυναίκα που την ελέγανε Θγιορχίλντουρ, μα αυτός την εφώναζε Μπεμπέκα γιατί το άλλο δεν του ‘βγαινε όσο και να την αγαπούσε. Με αυτήν την Θγιορμπέμπα ο Ερικ έκανε δυο γιούς που τον έναν τον ελέγανε Λέϊφουρ και τον άλλονα Θόρβαλντ κι ανάθεμά τα για ονόματα κι αυτά. Το επίθετο και των δυο ήταν Έρικσον από τον μπαμπά τους τον Έρικ. Λέϊφουρ Έρικσον, ο Λέϊφουρ ο γιος  του Έρικ. Έτσι το ‘χανε κι οι Νορβηγοί τότε παληά, όπως το ‘χαμε κι εμείς στα χωριά μας. Ο Μανώλης του Βαγγέλα ή ο Μπάμπης του Ζαφείρη που γίνονται Ευαγγέλου και Ζαφειρίου. Αν τώρα αυτοί ήτανε Νορβηγοί θα τους ελέγανε Μανώλη Ευάγγελσον και Μπάμπη Ζάφειρσον.

Ο Λέϊφουρ είχε γεννηθεί το 970 στην Ισλανδία, αλλά κατά βάθος ήτανε Νορβηγός. Όταν εμεγάλωσε κομμάτι και βγήκε στον δρόμο να παίξει, για να μην τονε κοροϊδεύουνε τ’ άλλα τα παιδιά, το Λέϊφουρ το κόψανε και το κάνανε σκέτο Λέϊφ, όπως εμείς το «Λάκης» εκ του «Απόστολος»

 Του μπαμπά του, του Κόκκινου δεν του ‘χε μοιάσει σε όλα του. Όταν εμεγάλωσε είχε κι αυτός τα κοτσιδάκια του και τα κέρατα στην κορφή του, τα άλλα όμως τα χούγια τα πατρικά περί το σφάζειν και φονεύειν δεν του βγήκανε κληρονομικώς. Θες τώρα γιατί είχε μπαφιάσει να βλέπει τον μπαμπά του να ξεκαυκαλιάζει τους γειτόνους, θες γιατί δεν είχε μείνει ψυχή στην γειτονιά για σφάξιμο? Τι να σας πω.

Είχε όμως πάρει από τον μπαμπά του, όξω από τα κοτσιδάκια και τα κέρατα, τα ταλέντα του τα θαλασσινά, κείνα τα περί το αρμενίζειν και ψάχνειν ανά τα πέλαγα. Με τα τέτοια του λοιπόν τα ταλέντα, ο Λέϊφ ο γιος του Κόκκινου του Έρικ, εξύπνησε μια Παρασκευή πρωί με έμπνευση. Μπουκάρει που λέτε στο γραφείο του μπαμπά του και του τηνε πετάει.

–       Μπαμπά μου! του λέει

–       Παιδί μου! του αντιλέει ο μπαμπάς που να γίνεται διάλογος.

–       Μπαμπά μου, θα φύγω, θα πάω μακριά.

–       Παιδί μου, σου’χω πει να μην τρως χαλβά το βράδυ, σε βαραίνει.

Ανένδοτος ο μικρός επέμενε να ξενιτευτεί κι είχε κιόλας μαζέψει το χαρτζιλίκι του να βρει καράβια να τ’ αγοράσει..

–       Μπαμπά μου, θα πάω να βρω την τύχη μου.

–       Κάτσε ‘δω και παίζε «Θανάση», μα το ίδιο κάνει.

–       Δεν γίνεται μπαμπά μου. Θέλω να ανακαλύψω την Αμερική.

Πρασίνισε ο Κόκκινος από την λαχτάρα του, καθ’ όσον σου λέει, δεν μπορεί το δικό του το παιδί να του πετάει τέτοια και μάλιστα Παρασκευή πρωινιάτικα. Από κάπου θα χάνει. Φωνάζει ο Κόκκινος μάγους, καφετζούδες, χαρτορίχτρες κι από τους άλλους που λένε τα ωροσκόπια και του τα λένε χαρτί και καλαμάρι όλα τα επερχόμενα περί την ανακάλυψη της Αμερικής και τα περί του Κολόμβου. Ο μικρός όμως τον χαβά του..

–       Εγώ θα τηνε βρω πρώτος.

–       Βρε αγόρι μου, αφού θα τηνε βρει που θα τηνε βρει ο Κολόμβος στην ώρα της, πού να τρέχεις και να ψάχνεις νυχτιάτικα.

–       Μπαμπά μου, εγώ θα βρώ το από πάνω της.

Στο μεταξύ μας τώρα, κείνη η έμπνευση του μικρού δεν του ‘χε προκύψει  στο κατά τύχη κι από δικού του. Κάτι ιστορίες είχε ακούσει από κάποιον Μπγιόρνι Χέργιολφσον που το 986 είχε πάρει τα καραβάκια του κι ανέβαινε κατά πάνω να δεί μέχρι πού φτάνανε οι εξοχές της Γροιλανδίας. Τονε πιάνει που λέτε τον Μπγιόρνι ένα κατακαίρι και τονε βγάζει απέναντι από τον Καναδά.

Με το που βλέπει ο δικός σου τα κύματα να αφρίζουνε και να κοπανιώνται πάνω στους βράχους και τα κατσάβραχα, του ανεβήκανε τα κοτσιδάκια πάνω από τα κέρατα. Τραβάει τότε κι αυτός, ένα ανάποδα ολοταχώς που στο αυθημερόν εβγήκε με τον κώλο στην Γροιλανδία. Εκεί την άραξε ο Μπγιόρνι κι ούτε που ξανακούνησε μα ούτε και που κατάλαβε ποτέ πως είχε φτάσει στο τσακ να είναι ο πρώτος Ευρωπαίος που θα πάταγε το ποδάρι του στην Αμερική.

Αυτουνού του Μπγιόρνι, -κι ανάθεμά το για όνομα-, τα καράβια αγόρασε ο Λέϊφ κι ετοιμάστηκε να αποπλεύσει κάποια Δευτέρα μεσημέρι του έτους 1000. Δεν ειχε προλάβει να σηκώσει την πρώτη άγκυρα, πλακώνει ο μπαμπάς φουλαριστός και καβάλα στ’ άλογο.

–       Θα’ ρθω κι εγώ.

–       Μπαμπά! Θα ταξιδέψωμεν δια να ανακαλύψωμεν. Δεν θα σφάξωμεν.

–       Καθόλου;

–       Το πολύ κάνα κατσικάκι δια λόγους τροφοδοσίας.

Τσαντίλα ο Κόκκινος, επέμενε πως το σφάζειν προκύπτει αυτεπαγγέλτως απαραίτητον εις τα εξερευνήσεις κι εκεί που πάει να ξεκαβαλικέψει το αλόγατο, μπουρδουκλώνεται το ποδάρι του στον αναβατήρα και πάρτον κάτω. Πτώσις επί του εδάφους μετά γδούπου, θραύσις πλευρά τεμάχια τέσσερα και του στράβωσε και το ένα κέρατο. Έτσι βγάλανε απαγορευτικό απόπλου του μπαμπά κι έφυγε ο Λέιφ μόνος του.

Στον μόλο είχανε μαζευτεί συγγενείς και φίλοι και χαιρετάγανε αυτούς που θα ξενιτευόντουσαν κουνώντας χέρια, μαντίλια, πετσέτες, πατανίες και άλλα τέτοια υφασμάτινα του αποχωρισμού και της αποχαιρετούρας. Στην άκρη του μόλου έστεκε μία μαντάμ που δεν εκούναγε ούτε χέρια , ούτε πανί. Ήτανε η γυναίκα του που την ελέγανε Θοργκούνα και που με τέτοιο όνομα μάλλον για εργοστάσιο μηχανών εσωτερικής καύσεως ακουγότανε παρά για κυρία του κυρίου. Στο από δίπλα της στέκανε δυο πιτσιρικάδες, ο Θόργκιλς κι ο Θόρκελλ που ήτανε οι γιοι του Λέϊφ και κρίμα τα παιδάκια που τα μαγαρίσανε με πατέντες για τσιμούχες. Χάθηκε το Θανάσης, το Θόδωρος και τόσα αλλα ονόματα της προκοπής που κι αυτά αρχίζουνε από «θου»;

Η Θοργκούνα, όλο τσαντίλα που την επαράταγε με δυο παιδιά πάνω στην εφηβεία κι έναν πεθερό πάνω σε φορείο και γυψωμένο, είχε σηκώσει και τα δυο τα χέρια της και τον εφασκέλωνε. Κι όταν το καράβι του άντρα της ξεμάκρυνε πιο πολύ, σταμάτησε να τονε φασκελώνει και με κάτι άσεμνες χειρονομίες του ‘δειχνε το κράνος του με τα κέρατα. Ο Λέϊφ όμως αγνάντευε το πέλαγος μπροστά και δεν το ‘πιασε το υπονοούμενο. Μετά όμως από κάμποσες μέρες, είδε πως το αριστερό το κέρατο είχε μακρύνει κάνα δυο πόντους και ζήτησε καθρέφτη.

–       Μεγάλωσε ή μου φαίνεται?

–       Κάνει νερά ο καθρέφτης αφεντικό.

Ησύχασε ο Λέϊφ και συνέχισε ν’ αρμενίζει δυτικά και μετά έπιασε πορεία Νότο, στο ανάποδο δηλαδή απ’ αυτό που ‘χε ακούσει πως είχε κάνει το 986 ο Μπγιόρνι..

Το αριστερό το κέρατο είχε κολλήσει στους δυο πόντους πάνω από το αρχικό κι όταν και το δεξί ανέβηκε κι αυτό τους άλλους δυο, ο Λέϊφ είδε κατάπρωρα βράχια με πάγους. Τους εκοτσάρισε μια ταμπέλα που ‘γραφε Χέλουλαντ και θεωρήσας την περιοχή άνευ ενδιαφέροντος συνέχισε ν’ αρμενίζει κατά κάτω.

Όσο κατέβαινε ο Λέϊφ, τόσο ανεβάζανε πόντους τα κέρατα, μα αυτουνού αλλού ήτανε το μυαλό του. Πρασινάδα γύρευε να βρει και κάπου να ζεσταθεί το κοκκαλάκι του. Έτσι έφτασε και στο ακρωτήριο το Λαμπραντόρ μα ούτε κι εκεί του άρεσε αλλά παρακάτω πέτυχε μπόλικη πρασινάδα, είδε κι αμπέλια που τέτοια είχε ξαναδεί παληά όταν ερημάζανε με τον μπαμπά του την Γαλλία, οπότε σου λέει, εδώ είμαστε.

Κάρφωσε μια ταμπέλα που ‘γραφε Βίνλαντ που στα δικά μας πάει να πει Αμπελοχώρι και την άραξε να ξεχειμωνιάσει. Στο Αμπελοχώρι, που ήταν ακόμα Καναδάς όπως και παραπάνω, μα τότε αλλιώς τον ελέγανε, έπιασε ο Λέϊφ κι έφτιαξε έναν οικισμό. Εκεί στον καινούργιο τον οικισμό την έβγαλε κάμποσους μήνες κι όταν εζέστανε μια στάλα ο καιρός και του περάσανε κι οι χιονίστρες τα μάζεψε, μάζεψε και τα κέρατα που ‘χανε φτάσει το μέτρο και γύρισε στο σπιτάκι του στην Γροιλανδία. Την άραξε κει και δεν εξανακούνησε και το 1020 σταμάτησε να κουνάει τελείως καθ΄όσον έτσι συμπεριφέρονται οι αθρώποι όταν ποθάνουνε.

Ο Λέϊφ Ερικσον ήτανε θαλασσοπόρος και εξερευνητής κι ήταν ο πρώτος που ανακάλυψε την Αμερική. Αυτό όμως οι πιο πολλοί δεν του το αναγνωρίζουνε γιατί, λέει, εκεί που βγήκε στον Καναδά το πέρασε για προάστιο της Γροιλανδίας.

Και σας ερωτώ: Το 1492 που βγήκε ο Κολόμβος πιο χαμηλά, το ‘ξερε πως εκεί ήταν η Αμερική ή το πέρασε κι αυτός για προάστιο της Καλκούτας?

Στο επόμενο: Ερρίκος ο Θαλασσοπόρος

(Άλλος Ερρίκος αυτός και το «Θαλασσοπόρος» παρατσούκλι)

Print Friendly, PDF & Email
Ακολουθείστε μας:
error