Του Γήση Παπαγεωργίου

Μπορείτε να διαβάσετε το α’ μέρος εδώ

Με εμάς τους από δω που’μασταν από τότε Έλληνες, αλλά αρχαίοι, ένεκα που ‘μασταν γειτόνοι οι Φοίνικες όλο και κάποια αλισιβερίσια ανοίγανε κατά καιρούς. Για να κάνουμε δουλειά με δαύτους δεν ήτανε κι εύκολο κι ενίοτε βγαίνανε κόντρες. Στις κόντρες αυτοί το βιολί τους, εκάνανε πίσω κι αμολάγανε το παζάρι και πού να βγει συνεννόηση.

Κάποια στιγμή, πατήσανε Κύπρο. Όξω όξω όμως κι όσο πατάει η γάτα. Φάπα δεν εφάγανε και ξεθαρρέψανε, όποτε τραβάνε και μία σκέτη από Κυκλάδα άντε και μια Σποράδα εκ των Βορείων τοιούτων ( Οι Νότιες Σποράδες τότε ήτανε τα Δωδεκάνησα που μόνο δώδεκα δεν ήτανε αλλά τριάντα ένα). Εμείς, επειδή τότε ήμασταν αρχαίοι, το πήραμε προσωπικά.Μπορούμε να σας εξυπηρετήσουμε?

-Μπα! Είπαμε να κόψουμε δρόμο και….

-Τώρα κόφτε λάσπη κι αλάργα.

Οι άλλοι όμως και καθ’ όσον κουφαλίτσες, είπανε να το τραβήξουνε κομμάτι κι άμα τους βγει, τους εβγήκε.

-Θα πρόκειται περί παρεξηγήσεως. Λάθος διεύθυνση ίσως…μα εδώ δεν μένει κάποιος κύριος Μπάμπης?

-Ρε ίσα, νεροκουφάλες. Αν πρωτοβγήκατε στη θάλασσα εσείς, εμείς της εβάλαμε το αλάτι ( αυτό το τελευταίο δικό μου και πολύ το γουστάρω. Τύφλα να’ χει το «Μέγα το της Θαλάσσης Κράτος»)

ΤΑΥΡΟΚΑΘΑΨΙΑ ΚΑΙ ΤΑΥΡΟΜΑΧΙΕΣ

Τα μαζέψανε, που λέτε, από Κυκλαδοσποράδες, οι Φοίνικες κι όπου φύγει φύγει. Εκεί όμως στο πρώτο «φύγει» από τα δυο, προλάβανε και περάσανε από Κρήτη. Ως ναυτικοί που ήτανε και χαρμανιασμένοι από το αρμενίζειν, εβγήκανε την «εξόδου» τους να δούνε τα αξιοθέατα και να πάρουνε όση μυρουδιά προλάβουνε από τα στεριανά του τόπου. Στο γυρνώντας ασκόπως κι αορίστως, εβρεθήκανε σ’ ένα γήπεδο όπου κάποια κρητικάτσα, σερνικά τε και θηλυκά, είχανε βάνει έναν ταύρο στη μέση, τον εκυνηγούσανε , τους εκυνηγούσε, του κάνανε κόνξες και κόλπα και κωλοτούμπες πάνω από τον σβέρκο του κι όλοι τους εδείχνανε να περνάνε καλά και το ζωντανό καλύτερα. Χαζέψανε τα ναυτάκια τα φοινικικά με τα όσα βλέπανε κι αφού σταυροκοπηθήκανε από εφτά φορές έκαστος εξ αυτών, εβγάλανε απορία.

-Τι κάνετε εδώ ρε νούμερα?

-Ταυροκαθάψια!

-Παρντόν?

Τους εξηγήσανε τα κρητικάτσα πως εγινότανε το παιχνίδι με τον ταύρο, και τα ακροβατικά που του κάνανε και το φχαριστιόντουσαν όλοι μαζί κι ο κόσμος που τους εχάζευε από τις κερκίδες τους εβάραγε παλαμάκια.

Ότι καταλάβανε οι Φοίνικες απ’ όσα τους ελέγανε τα κρητικάτσα περί «ταυροκαθάψια» άλλα τόσα κατάλαβε κι ο Δήμαρχος της Γουατεμάλας που ακόμα τότε άθρωπος δεν την είχε βρει. Εμπόροι όμως οι άλλοι κι αυτό που ‘χανε δει απ’ εξ αρχής ήτανε το θέαμα που έβγαζε χάζι και ακροαματικότητα. Και το τοιούτον για να το πουλήσουνε αλλού δεν εχρειαζότανε να το’ χουνε αγορασμένο. Την ιδέα θα πουλάγανε κι ότι θυμόντουσαν από δαύτην κι από ταύρους, άλλο τίποτα ανά τους λιμένας της Μεσογείου και τα προάστια αυτών.

Με τα «ταυροκαθάψια» ως εμπόρευμα, αλλά στο μυαλό τους, επήρανε σβάρνα τα Μεσογειακά παράλια να βρούνε να τα πουλήσουνε. Έτσι κάποτε φτάσανε στην Ισπανία και πιάσανε και τα’ πανε χαρτί και καλαμάρι στους Ισπανούς, όχι όμως όπως τα κάνανε τα κρητικάτσα, αλλά όπως τα’ χανε καταλάβει ελόγου τους. Έτσι, όταν εβάνανε οι Ισπανοί τον ταύρο καταμεσής του γήπεδου, τον εκοιτάζανε και δεν εξέρανε από πού ν’ αρχίσουνε και τι να του πρωτοκάνουνε. Κι εκείνο το έρμο το ζωντανό κάποια στιγμή βαρέθηκε και σηκώθηκε να φύγει, μα πού να πάει που το ‘χανε μαντρωμένο κι άλλοι από τις κερκίδες εφωνάζανε σαν τρελοί. Πιάσανε τότε κι αυτοί που θα τον επαίζανε κι αντί να του κάνουνε ακροβατικά που δεν τα ξέρανε, αρχίσανε και του κουνάγανε παρδαλά πανιά και πατανίες, τον ετσιγκλάγανε με γκλίτσες λουλουδάτες και του κάνανε διάφορα τέτοια σαχλά κι ενοχλητικά, που το’ χανε παραχέσει. Κάποια στιγμή κι ο ταύρος ως ζωντανό και ειδικότερα ως βοοειδές τοιούτον, τα πήρε στο κρανίο κι όπως γνωρίζομεν από την ζωολογία, ειδικότερα των βοοειδών, όταν το βοοειδές τα πάρει στο κρανίο, όποιος προλάβει το τραμ, το πρόλαβε.

Ισπανό δεν άφησε να μην κουτουλήσει και να μην το βάνει τα κέρατα εκεί που δε βάνουνε κέρατα στους αθρώπους. Έπιασε πρώτα στο παραμαζωτό τους εντός του γηπέδου, μετά βγήκε κερκίδες και στην πλατεία του χωριού αν δεν του την ερίχνανε κατακέφαλα, θα ‘χε κάνει την Ισπανία καλοκαιρινή. Πάει ο ταύρος και κρίμα το ζωντανό, γεννηθήκανε όμως οι ταυρομαχίες.

Με το που τα κονομήσανε από τους Ισπανούς κι έτσι που’ χανε πάρει φόρα, βγήκανε όξω από το Γιβραλτάρ κι είδανε πως εκεί δεν ετέλειωνε το νερό κι ο κόσμος. Ξεθαρρέψανε που λέτε κι είπανε να πεταχτούνε κατά πάνω μέχρι Αγγλία, να κάνουνε τα ψώνια τους και μετά ξανά του κατηφόρου και βλέπουμε. Εκεί στο κατά κάτω του γυρισμού, περάσανε πάλι όξω από το Γιβραλτάρ, μα ήτανε νύχτα και νομίσανε πως θα’ τανε κλειστά. Το συνεχίσανε λοιπόν κατά κάτω και πήρανε σβάρνα τα δυτικά παράλια της Αφρικής. Κάπου 600 μίλια αρμενίσανε και κάποτε φτάσανε στο Μποκαντόρ, εκεί που οι Πορτογάλοι αξιωθήκανε και πήγανε 2000 χρόνια πιο ύστερα κι ακόμα ξεκουράζονται. Κι αυτό το κάνανε για προθέρμανση, για πιο μετά που θα κάνανε τον γύρο της Αφρικής.

Όταν όμως είπανε να το ξεκινήσουνε πιάσανε και μετρήσανε το γύρο τριγύρω από τις παραλίες και τις αμμουδιές τις αφρικάνικες και το βγάλανε στα 25.000 χιλιόμετρα και βάλε. Κάτσανε και λογαριάσανε τα έξοδα, οδοιπορικά, εκτός έδρας, τρόφιμα, σουλφαμίδες, σχοινιά, κουπιά, λαδώματα στους λιμενικούς , τελωνειακούς και τέτοια που φτάσανε στο παρά δυο για εγκεφαλικό. Έλα όμως που το ‘χανε βάλει αμέτι μουχαμέτι να το πάνε το από κάτω της Αφρικής και να φτάσουνε Ινδίες, οπότε σιγά μην εκωλώνανε

Την επέσανε που λέτε κάποιου Φαραώ, που τον ελέγανε Νεκώ, τον εφέρανε από δω, τον εφέρανε από κει, τον ετουμπάρανε καμιά φορά και τον εβάνανε χορηγό.

-Βάνε εσύ το ριζόγαλο κι εμείς τα κουτάλια

-Κι εγώ πως θα φάω?

-Άσε, το τρώμε εμείς μη σε βαρύνει..

Το 600 πΧ ήτανε που του φάγανε το ριζόγαλο του Νεκώ κι ακόμα τους έχει υποχρέωση.

Tέτοια κάνανε οι μπαγάσηδες που βρίσκανε κορόϊδα να τηνε πληρώνουνε κι αυτοί βγαίνανε κερδισμένοι. Κάπως έτσι την επαίξανε και στους Πέρσες το 480 πΧ. Στις 22 του Σεπτέμβρη, οσίου Κοσμά του Ζωγραφίτη και μεγάλη η χάρη του, ήτανε που έγινε η Ναυμαχία της Σαλαμίνας κι οι Πέρσες είχανε νοικιάσει κάποια καράβια από τους Φοίνικες. Τα καράβια όμως εβουλιάξανε. Και ξέρετε τι έγινε μετά? Οι Φοίνικες επήρανε την ασφάλεια κι ο Ξέρξης μιαν άγκυρα για μπρελόκ να κρεμάει τα κλειδιά της Περσίας.

Από το 880 πΧ όμως το πράμα άρχισε να τους στραβώνει μα δεν το χαμπαριάσανε στην ώρα του κι εκεί την επατήσανε. Είχανε κάποιον βασιλιά τότε στην Τύρο που τον ελέγανε Ιθαβάαλ κι ανάθεμά το για όνομα. Στο παραδίπλα, στην Σιδώνα, Φοίνικες εκαθόντουσαν και σε δαύτην αλλά ήτανε καπελωμένοι και «φόρου υποτελείς» από τους άλλους του Φοίνικες που καθόντουσαν στην Τύρο. Βλέπετε, τέτοιοι που ‘τανε οι γρουσούζηδες κάτι πατριωτάκια και τέτοια συγχωριανά τα αποφεύγανε γιατί δεν εβγάζανε κονόμα. Όλους αυτούς τώρα, τους Φοίνικες τους από δω και τους από κει τους είχε καπελωμένους και «φόρου υποτελείς» ο Ασσουρμπανιπάλ με τους Ασσύριούς του.

Αυτό το τελευταίο το «φόρου υποτελέις» πολύ τους εβόλευε τους Φοίνικες γιατί σου λέει, που να τραβιέσαι τώρα και να πολεμάς με τον πάσα ένα που δεν ξέρουμε και σκοποβολή και να ξοδευόμαστε στον βρόντο. Ακουμπάγανε λοιπόν το παραδάκι τους στον πρώτο τυχόντα, σκύβανε το κεφάλι μέχρι δαπέδου, τρώγανε και την φάπα τους και λέγανε και φχαριστώ. Εκεί όμως και με το κεφάλι στο σκυφτό, την είχανε στημένη στο ανά πάσα στιγμή να κάνουνε την λαμογιά τους, μα ντροπή δεν ήτανε αφού δεν είχανε μπέσα.

Όταν λοιπόν κάποτε και λίγο αργότερα από τα πριν, οι Ασσύριοι αλλάξανε βασιλιά και τον καινούργιο τους τον ελέγανε Σεραχερίβ, κάτι σαν το Σωτήρης το δικό μας, την είχανε στημένη οι μάγκες και του την ερίξανε. Πιάσανε και κάνανε συμμαχία με τους Αιγύπτιους και τους Ιουδαίους μα δεν τους εβγήκε σε καλό αφού φάγανε της χρονιάς τους κι η Τύρος εκατέβασε συντελεστή δόμησης στο μισό και κάτω (702πΧ)

Προτού προλάβει να μπει στο συνεργείο η Τύρος για γενική επισκευή, να’ σου η Σιδώνα από το παραδίπλα..

-Αναλαμβάνουμε την εξουσία της Φοινίκης

-Κι εμείς? Ακούγεται ψόφια φωνή από την Τύρο.

-Απαλλάσσεστε λόγω ανηκέστου βλάβης.

Άλλα τριάντα χρόνια χρειάστηκε για να μπαλωθεί η βλάβη η ανήκεστος και προτού βάλουνε τα καινούργια τους τα κεραμίδια πλακώνει ο Ναβουχοδονόσορας.

-Ρε, δεν ντρέπεστε λιγουλάκι?

-Λιγουλάκι, ναι. Αλλά μόνο τις Παρασκευές.

Ούτε κι αυτού ξέρανε τι του’ χανε κάνει γιατί ετσι που το ’χανε από συνήθειο τους έβγαινε και κάνανε την λαμογιά στο αυτεπαγγέλτως, όποτε και τώρα μία από τα ίδια και το ψάχνουμε αργότερα. Πριν έρθει όμως το αργότερα πλακώσανε οι μπουλντόζες.

-Τελειώσατε με την επισκευή?

-Στους μεντεσέδες είμαστε και δυο τρία κουφώματα.

Τους εμείνανε οι μεντεσέδες κι απ’ τα δυο τρία κουφώματα το ένα που τους έκανε τη Τύρο ο Ναβουχοδονόσορας καλοκαιρινή σε έκδοση δεύτερη και βελτιωμένη.

Μέσα στην βαβούρα και στα ανεβοκατεβάσματα της Τύρου, να’ σου οι Αιγύπτιοι και τους παίρνουνε την Κύπρο κι από κοντά κι οι Μεγαρείς κι οι Ρόδιοι για να μερεμετίσουνε τις δικές τους τις αποικίες της γειτονιάς. Ηρθανε και χαζέψανε τα φοινικάκια από τις απανωτές σφαλιάρες.

Τότε και γύρω στα τετρακόσα ενενήνταλίγο, οι Έλληνες από τις πόλεις της Ιωνίας, είχανε αρχίσει και τσακωνόντουσαν με τους Πέρσες. Κι οι Φοίνικες άλλο που δεν εθέλανε. Θα παρατήσουμε τους Αιγύπτιους, που στο μεταξύ τους είχανε ξανακάνει συμμάχους και θα τα φτιάξουμε με τους Πέρσες

-Γιατί ρε καθίκια

-Γιατί κάθε Πέρσης και καλύτερα.

Μπόλικοι οι Πέρσες και δυνατοί, θα τους νικήσουνε, σου λέει, τους Έλληνες, οπότε χωρίς αυτούς ανά τα πέλαγα και τας θαλάσσας θα΄χουμε το ελεύθερο ν’ αλωνίζουμε.

Έλα όμως που με κάτι ναυμαχίες στην Σαλαμίνα και στα ευρύτερα περίχωρα δεν τους εβγήκε η συνταγή, οπότε δεν εθέλανε και πολύ να παρατήσουνε τους Πέρσες και να κάνουνε καινούργια συμμαχία με τους Αιγύπτιους και τους Κύπριους.

-Φοινικάκια! Ντροπή, μας βλέπουνε.

-Όποιος ντρέπεται κακά περνά.

Αυτό το τελευταίο δεν επρολάβανε να το εμπεδώσουνε και τους πλακώνει ο Αρταξέρξης που’ χε αναλάβει Αρχιπέρσης και τους μπουρλοτιάζει την Σιδώνα για να μάθουνε.

Τι να μάθουνε και ποιοι να το μάθουνε. Σαράντα χιλιάδες Φοίνικες μέσα στην πόλη την μπουρλοτιζομένη, μια μέρα ολόκληρη τους εμαγείρευε κι όταν εβράδιασε έπιασε και τους αυγόκοψε και πάπαλα η Φοινίκη.

Οι Πέρσες τώρα αφεντικά ανά την Φοινίκη και τα περίχωρα αυτής κι όσοι εκ των Φοινίκων είχανε μείνει ζωντανοί τη μοίρα τους εκλαίγανε και φασκέλωνε ο ένας τον άλλον έτσι που τα’ χανε σκατώσει.

Πάνω στο κλάμα το φοινικικόν και το αλληλοφασκέλωμα να’ σου κι ο Μεγ’Αλέξαντρος.

-Είναι κανείς μέσα?

-………..! μούγκα οι από μέσα.

-Θα μετρήσω μέχρι το δώδεκα και…….

Ποιο δώδεκα. Στο τρία είχε φτάσει το μέτρημα και Πέρσες, Φοίνικες, εμπόροι, στρατηγοί, υδραυλικοί, μικροβιολόγοι και τρεις μανάβηδες είχανε περάσει κιόλας έλεγχο χειραποσκευών κι άλλοι πετάγανε, άλλοι κολυμπάγανε προς το αλλού και μακριά. Σαν έφτασε το μέτρημα τ’ αλλουνού στο δώδεκα, ο τόπος είχε πήξει από ταμπέλες στα ελληνικά. Έτσι, το 270 πΧ, οι Πτολεμαίοι είπανε να καργάρουνε τον τόπο με Έλληνες που ξέρανε να διαβάζουνε τις ταμπέλες. Κάτι λίγους Σελευκίδες αφήκανε κι αυτούς για να σηκώνουνε το τηλέφωνο και να λένε να πάει να πηδηχτεί σ’ όποιον εγύρευε την Φοινίκη.

ΚΑΡΧΗΔΩΝ

ΟΤΑΝ ΕΤΕΛΕΙΩΣΕ Η ΦΟΙΝΙΚΗ δεν ετέλειωσε από κοντά κι ότι το φοινικικόν. Όλο και κάτι θα’ χε μείνει από δω κι από κει, σε τίποτα αποικίες και τέτοια που σιγά σιγά όμως ξεφοινίκιαζε κι αυτό. Το πιο μεγάλο τους που ‘χανε και δούλευε ακόμα ήταν η Καρχηδόνα. Από τον 8ο πΧ αιώνα το’ χε ξεκινήσει για αποικία αλλά προέκυψε δύναμη μεγάλη στην Μεσόγειο με τρακόσες πόλεις να τηνε προσκυνάνε.

Τότε, βασιλιάς στην Τύρο ήτανε κάποιος Μάτεν που τον ελέγανε και Μπέλο Δεύτερο χωρίς να ξέρουμε ποιος ήταν ο Πρώτος. Αυτός ο Μάτεν και Μπέλος και Δεύτερος είχε δύο παιδιά, τον Πυγμαλίωνα και την Ελίσσα. Την θυγατέρα του την εφώναζε Ελίσσα το πρωί κι Αλισσάρ το βράδυ ενώ τον γιο του τον εφώναζε μόνο Πυγμαλίωνα κι ολημερίς της μέρας.

Οι βασιλιάδες όμως κι από κείνα τα χρόνια, κάποια στιγμή πιάνανε και ποθένανε όπως κι οι υπόλοιποι οι κανονικοί αθρώποι. Έτσι λοιπόν κι ο Μάτεν κι ο Μπέλος κι ο Δεύτερος ήρθεν η ώρα του και πόθανε ως τριπλούν αλλά στο αυθημερόν. Ορφανά τα δυο τα φουκαριάρικα και με μισό θρόνο το καθένα τους, γιατί έτσι τους το’ χε αφήσει ο μακαρίτης, που να βασιλεύουνε στο εναλλάξ και μέρα παρά μέρα και να μην ιδρώνουνε.

Η Ελίσσα ή Αλισσάρ, όμορφη κοπελιά ήτανε και τσίφτισα στο μπόλικο, αλλά λες και χαθήκανε οι γαμπροί έπιασε και παντρεύτηκε τον μπάρμπα της τον αρχιπαπά της Τύρου που τον ελέγανε Ακερμπά, πανάθεμά το για όνομα. Πολύ μούρη ο αρχιπαπάς με χρήμα να φαν’ κι οι κότες κι ο Πυγμαλίων ως κουνιάδος κι ανιψιός καθόλου δεν τον επήγαινε. ΄Αμα είσαι βασιλιάς και δεν σου πάει κάποιος, τονε σκοτώνεις και δε πα να’ ναι και μπάρμπας και γαμπρός, μα ντροπή δεν είναι. Άλλωστε όπως γνωρίζουμε από την ιστορία και την εγκληματολογία, τα φονικά συνηθίζονται εις τας βασιλικάς αυλάς.

Στο γραφείο του τον έφαγε τον μπάρμπα του ο Πυγμαλίων, στον ναό του δηλαδή και με το μεγάλο το θυμιατό που να φανεί σαν εργατικό ατύχημα. Από την άλλη, ως εν υπηρεσία παθών θα’ βγαζε καλύτερη σύνταξη η αδερφούλα του.

Η αδερφούλα όμως, καθ’ όσον ξύπνια και κατά τας ώρας τα νυχτερινάς, το ψιλιάστηκε πως ήτανε φονικό και δια χειρός αδερφού κι είπε να λάβει τα μέτρα της. Έτσι, προτού σαραντίσει ο αρχιπαπάς επήρε τα μέτρα της, επήρε και των ομματιών της, άλλαξε και τα’ όνομά της και το ‘κανε Διδώ κι από την πίσω πόρτα της Τύρου την έκανε γι’ αλλού. Κι αυτό το αλλού το πέτυχε ανατολικά από την λίμνη Τύνιδα κι είπε «εδώ».

Δεν επρόλαβε να το πει το «εδώ» κι ως Διδώ μέσα σε εφτά χρόνια μονάχα όλη η φοινικική η μέγκλα είχε μετακομίσει στο κατά κει. Έστησε που λέτε, μια Καρχηδόνα με τα λιμάνια της και τα κάστρα της κι ότι άλλο χρειαζούμενο για να τηνε βλέπουνε οι εκάστοτε οχτροί και να κατουριώνται.

Ανάμεσα όμως στους εκάστοτε ήτανε κι η Ρώμη κι όταν εσύ κυρά Διδώ ανοίγεις μαγαζί στο κάτωθεν αυτής δε θα σου βγει σε καλό. Δε λέω, καλά έκανες και το ‘στησες αλλά κράτα το στο σεμνό και στο μαζεμένο που να μην το βλέπει ο άλλος από πάνω και ν’ ανησυχεί. Διότι, άθρωπος κι ο πάσα Ρωμαίος και με το δίκιο του θα πει πως έτσι που το μακραίνεις ως κράτος κι επικράτεια, κάποια στιγμή θα του το χώσεις κι εκεί

-Πού καλέ?

-Εκεί που δε χώνουνε επικράτειες στους αθρώπους.

Εδώ όμως κι από την αρχή μιλάμε για τους Φοίνικες ως θαλασσοπόρους οπότε για να μείνουμε στα θαλασσινά δεν θα μπούμε σε λεπτομέρειες στεριανές με Αννίβα στο ante portas με ελέφαντες στις Άλπεις και άλλα τέτοια. Από την άλλη όμως δεν εγινότανε να μην κάνουμε κουβέντα για την κοτζάμ Καρχηδόνα που στήσανε τότε οι Φοίνικες. Μόνο που όπως είπαμε και παραπάνω αυτή την κοτζάμ Καρχηδόνα την εστήσανε στο εγγύς και κάτωθεν της Ρώμης. Κι οι Ρωμαίοι ως άθρωποι κι αυτοί με τα δικά τους χούγια και τας ανησυχίας τους τας πολεμικάς είπανε κείνο το εγγύς και κάτωθεν να το πιάσουνε με το μαλακό. Εκάμανε που λέτε τον Πρώτο τον Καρχηδονιακό τον Πόλεμο από το 264 έως το 241 πΧ έτσι για να γίνει η αρχή. Από το 218 έως το 201 πΧ και μια που το ‘χανε μάθει εκάμανε τον Δεύτερο κι από το 149 ως το 146 πΧ κάμανε και τον Τρίτο Καρχηδονιακό, για Πόλεμο λέμε, κι άντε να τελειώνουμε. Μία σκέτη από κούρκουτα έγινε η κοτζάμ που λέγαμε κι οι κάτοικοί της πουληθήκανε με την οκά και χωρίς τιμολόγιο που να ξεχαστεί πως κάποτε υπήρχανε Φοίνικες. Αυτό το τελευταίο, οι τσιφούτηδες το ‘χανε φροντίσει από μόνοι τους τότε που βρίσκανε τα όσα βρίσκανε και τα κρατάγανε μυστικά. Έτσι όταν αργότερα κάποιοι, που δεν ήτανε τσιφούτηδες, τα βρήκανε ξανά κι από δικού τους εβρήκανε και την πόρτα της Ιστορίας ανοιχτή και μπήκανε εκεί που θα μπορούσανε να ‘χανε μπει οι άλλοι.

Και για να τελειώνουμε, οι Φοίνικες, μπορεί να είχανε όλα τα κακά του κόσμου αλλά με την ναυτοσύνη τους και χωρίς να το θέλουνε, προσφέρανε τόσο πολλά στην ανθρωπότητα που ακόμα το φυσάνε και δεν κρυώνει.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΕΝΑΝΤΙ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟΥ:

Για να μην τρελαθούμε κι όλας με τους Φοίνικες και τα θαλασσινά τους, υπενθυμίζεται ότι 4000 χρόνια προτού βάνουνε μπρατσάκια να μάθουνε να κολυμπάνε οι Έλληνες εδουλεύανε νηοπομπές. Κι αυτό το λένε σχέδια πάνω σε πέτρες που βρεθήκανε από το 6000 πΧ. Άσε την παπυρέλα που κουβάλαγε με κουπιά τον οψιανό το 8000 πΧ. Αυτά όμως σε κάποιο επόμενο.


Δείτε την εισαγωγή «Μεγάλοι Θαλασσοπόροι» εδώ

Μπορείτε να διαβάσετε το α’ μέροςεδώ

Print Friendly, PDF & Email
Ακολουθείστε μας:
error