Του Γήση Παπαγεωργίου

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ (διαβάστε το 1ο και 2ο μέρος εδώ)

Ο ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ

Τo 512 π.Χ. ο Δαρείος Α΄ έστειλε τον Έλληνα ποντοπόρο και γεωγράφο Σκύλακα κι έκανε περίπου το ίδιο δρομολόγιο με τον Νέαρχο. Κατέβηκε δηλαδή τον Ινδό τον ποταμό και μετά πήγε από την άλλη κι έφτασε στην Ερυθρά Θάλασσα. Τρία χρόνια αρμένιζε και δεν είπε ο χριστιανός να κρατήσει καμιά σημείωση να φτιάξει κάνα χάρτη, που να ξέρουνε κι αι επερχόμεναι γενεαί και να τον ευλογάνε. Τζάμπα πήγε κοτζάμ ταξείδι κι άμα θέλουμε το πιστεύουμε. Πιο παληά όμως, το 600 πΧ, οι Φοίνικες είχανε κάνει τον γύρο της Αφρικής, με έξοδα του Φαραώ Νεκώ, που κι αυτοί πάλι δεν εκρατάγανε ημερολόγια που να μην ξοδεύουνε μελάνι και χαρτί. Πέρα όμως από το τσιφουτιλίκι τους, τότε που αλωνίζανε τις θάλασσες και τα πέλαγα, ότι βρίσκανε κι ότι μαθαίνανε το κρατάγανε μυστικό που να μην το μάθει και κάνας άλλος και χαρεί. Τέτοια καθίκια ήτανε. Το ταξείδι, επομένως του Νέαρχου κι από την αρχή του, ξεκινούσε από το μηδέν. Ούτε χάρτες, ούτε «οδηγίες τοις ναυτιλλομένοις», ούτε ταμπέλες έξω από τα λιμάνια. Στα στραβά αρμένιζε κι ότι έβλεπε το ‘γραφε που να μην πάει χαμένο το κουπί που τραβάγανε τα έρμα τα ναυτάκια του.

Τον Σεπτέμβριο του 325 πΧ ο Αλέξανδρος μπαφιασμένος από την επαρχία και τους χωριάτες τους Ινδούς, είπε να γυρίσει στην Βαβυλώνα που ήτανε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, να δει φώτα, να δει βαβούρα να φτιάξει το κέφι του. Επήρε, λοιπόν, τον Ηφαιστίωνα και τον Λεοννάτο, πήρε και το μεγαλύτερο μέρος του στρατού και βγήκε στον ανήφορο. Ένα άλλο κομμάτι του στρατού, το δώκανε του Κρατερού, που δεν τον εγουστάρανε για παρέα γιατί βρωμάγανε τα ποδάρια του και του’ χανε πει να φύγει από πιο πριν από τα Πάταλα, να ψάχνει τον Βορρά κι όπου τονε βγάλει. Προτού λοιπόν αρχίσει τον ποδαρόδρομο για τον ανήφορο ο Αλέξανδρος, εφώναξε τον Νέαρχο να του δώκει οδηγίες.

-Νεαρχάκο, καμάρι μου, εγώ φεύγω….

-Ε, άμε στο καλό και μη μου γράφεις.

Του εξήγησε πως θα προπορευότανε από την ξηρά για να βρίσκει τρόφιμα και νερό για τον στόλο που θ’ ακολουθούσε από δίπλα και πίσω στον Ινδικό τον Ωκεανό και μετά στον Περσικό τον Κόλπο.

-Εγώ θ’ ανεβαίνω κατά πάνω θα μαζεύω πατάτες, φασολάκια, τυριά, ψωμιά και μουρταδέλες και θα σου στέλνω να τρώτε να καρδαμώνετε και θα σ’ ανοίγω και πηγάδια να βρίσκετε νερό που να μην πίνετε θάλασσα και λυσσάξετε.

-Πανάθεμά σε για μυαλό!

-Γιατί ρε φιλάρα?

-Εγώ μωρέ κερατά θα βουρλίζομαι στσ’ Ωκεανούς κι εσύ απ’ τσ’ αγρούς και τα χωράφια θα με χαιρετάς και θα σου’ χω κι υποχρέωση?

Του εξήγησε τότε ο Αλέξανδρος πως ο ποδαρόδρομος κοντά στην θάλασσα μέσα από τη χώρα των Αραβιτών, των Ωρειτών, τη Γεδρωσία (το σημερινό Βελουχιστάν) την Καρμανία και την Περσίδα ήτανε ζόρικός.

-Έρημος και ξεραΐλα κι από πάνω ο ήλιος να σε τσουρουφλίζει

-Πες λόγω τιμής!

-Θες να πας εσύ από την ξηρά κι εγώ από τη θάλασσα?

-Θώριε το κωλόπαιδο, που εδά το καλοσκέφτηκε και πάει να με τουμπάρει.

Το καλοσκέφτηκε τότε κι ο Νέαρχος από την δικιά του την μεριά και σου λέει, πού να τραβιέμαι στα κατσάβραχα και τις ζεματιστές τις αμμουδιές που θα τηνε βγάζω αραχτός στην τριακόντορο κάτω από την ομπρέλα. Κι άσε τον άλλον να ψάχνει για φασολάκια, σαλάμια κι αθοτύρους.

Έτσι, ξεκίνησε καμιά φορά ο Αλέξανδρος με τον Ηφαιστίωνα και τον Λεοννάτο, με 120.000 πεζούς και 15000 ιππείς από κοντά και πιάσανε τις αμμουδιές του Ινδικού ν’ ανέβουνε κατά πάνω. Δεν είχανε προλάβει όμως να στρίψουνε στη γωνιά, να’ σου πάλι ο Στόλαρχος απ’ το μπαλκόνι της ναυαρχίδας.

-ΑΛΕΚΟΟΟΟΟΟ…..

-Τι ‘ναι πάλι?

-Έχε το νου σου αντράτσι μου, εκιά απού θα βγάνεις τσι πατάτες, ανε πετύχεις πράμα χοχλιούς να μου τσι πέμπσεις να τσι κάμω μπουμπουριστούς.

ΑΠΟΠΛΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΕΡΣΙΚΟ

Ενώ ο Αλέξανδρος προχώραγε κατά πάνω, ο Νέαρχος επερίμενε ν’ αρχίσουνε οι νότιοι άνεμοι, οι μουσώνες, να τελειώσουνε και μετά να ξεκινήσει. Τα πληρώματα όμως είχανε βαρεθεί να κάθονται κι αρχίσανε και του γκρινιάζανε.

-Τι θα γίνει αφεντικό? Οι άγκυρες εριζώσανε κι όπου να’ ναι θα πετάξουν ανθό.

-Εδά μωρέ τσοπάνοι θα φύγουμε? Εδά απού φυσούν οι μουσώνοι και θα μας επετάξουνε τα παπόρια σε κάνα βουνό?

-Πού το ‘δες το βουνό ρε μάστορα?

Δεν ήταν όμως μόνον οι ναύτες που γκρινιάζανε. Είχανε και τους ντόπιους που δε γουστάρανε μουσαφιρέους κι είχαν αρχίσει να γίνονται ενοχλητικοί. Αφού λοιπόν δεν είχε και κάνα βουνό εκεί κοντά που να κινδυνεύουνε να το καβαλήσουνε, ο Στόλαρχος έδωσε εντολή για «προετοιμασία απόπλου».

Στις 5 του Οκτώβρη, Χαριτίνης μάρτυρος και Ευδοκίμου, του 325 πΧ, ξεκίνησε η μεγάλη αρμάδα το μεγάλο ταξείδι στον Ινδικό Ωκεανό και κατά πάνω για τον Περσικό τον Κόλπο. Στην ναυαρχίδα, μαζί με τον Νέαρχο, είχε μπαρκάρει κι ο Ονησίκρητος που τον είχε για μαθητή του ο Διογένης. Τον εβάνανε μάλιστα να κάνει και τον καπετάνιο γιατί, λέει, ήτανε από την Αστυπάλαια και δεν μπορεί, όλο και κάτι θα σκάμπαζε από παπόρια. Βάλανε, δηλαδή, έναν φιλόσοφο να κάνει τον βαρκάρη κι αυτό ο Νέαρχος δεν μπορούσε να το χωνέψει, μα τι να κάμει που ο άλλος είχε «μέσον» κοτζάμ Διογένη. Έτσι, ξεκινήσανε επί τέλους, περάσανε τα παράλια των Αραβιτών και με το που φτάσανε στην χώρα των Ωρειτών επιάσανε μόλο. Τον Ονησίκρητο, που ‘τανε και καπετάνιος, ούτε που τον ερωτήσανε, οπότε είπε να βγάλει απορία μπας και του δώκουνε σημασία.

-Διατί η στάσις; Θα κατέβει κανείς;

-Οι κοπανατζήδες. Εσύ όμως κάτσε, μα δε μποδάς.

Ναύτης επί των ονίων – Μακεδών – σκεπτόμενος καθ’ οδόν.

Ξεμπαρκάρανε όσους δεν ετραβάγανε καλό κουπί και τους εφορτώσανε του Λεοννάτου που είχε φτάσει και τους επερίμενε στην στεριά για την πρώτη τροφοδοσία. Τους έδωκε ο άλλος φρέσκους και τους πιο καρδαμωμένους από τους άντρες του, τους εφόρτωσε φασολάκια, μπάμιες κι από ένα ματσάκι άνιθο ανά πλοίο κι αμέτε στο καλό.

Ξαναβάλανε μπρος το κουπί κι ανηφορίζανε. Λίγο πιο πάνω κι ακόμα στη χώρα των Ωρειτών, έβγαινε ένας ποταμός που τον ελέγανε Τομήρο. Εκεί, είπανε να πλησιάσουνε και να ρωτήσουνε γιατί τον ελέγαν έτσι κοτζάμ ποταμό κι όχι κάπως αλλιώς που να μη γελάει ο κόσμος. Όταν όμως επλησιάζανε κατά την αμμουδιά, επήρε το μάτι τους κάποιους εκ των επί τόπου που ‘χανε βγει από τις καλύβες τους και τους εκάμανε άσεμνες χειρονομίες. Ήτανε καμιά εξακοσαριά από δαύτους κι όξω που ‘τανε ανάγωγοι και απρεπείς εκρατάγανε κι από ένα παλούκι μυτερό ο καθένας τους ίσαμε έξη πήχεις και τους εσημαδεύανε. Ο Ονησίκρητος, για να πουλήσει μούρη στα πληρώματα και τον Νέαρχο που τον είχε του πεταμάτου πήρε πρωτοβουλία.

-Κράτει αι μηχαναί αμφότεραι….

Τα πληρώματα, το πιάσανε το υπονοούμενο, αφήσανε τα κουπιά και πήρανε τα τόξα. Σε απόσταση βολής από την αμμουδιά, στα 200 μέτρα δηλαδή, είχανε σταματήσει τα καράβια κι ο Ονησίκρητος συνέχισε την πρωτοβουλία.

-Απασφαλίσατε…. Γεμίσατε …. Σκοπεύσατε…

-Και βαράτε τους ‘ θεμα το γονιό τους! παρενέβη ο Νέαρχος μπας και τελειώσει καμιά φορά κείνο το πανηγύρι.

Το βελοβρόχι δεν είχε φτάσει ούτε στα μισά από την αμμουδιά και τις καλύβες κι οι εκ των επί τόπου, είχανε παρατήσει τα σουβλακόξυλα κι είχανε πάρει τα βουνά. Κι εκεί μείνανε.

ΕΝ ΠΛΩ

Ο Νέαρχος εκρατούσε την αρμάδα του κοντά στις ακτές κι ανέβαινε. Ανέβαινε κι έβλεπε και τα όσα έβλεπε τα ‘λεγε στον Ονησίκρητο κι εκείνος τα ‘γραφε στο ημερολόγιο. Έτσι, από την μια άφηνε πληροφορίες για τις επερχόμενες γενεές κι από την άλλη ξεφορτωνότανε τον Ονησίκρητο που να μην μπλέκεται στα ποδάρια του και ν’ αμολάει και τις κοτσάνες του κάθε τόσο.

Περισσότερο ταξειδεύανε την νύχτα που να γλυτώνουνε από τον ήλιο τον καφτερό, ενώ την ημέρα ξεκουραζόντουσαν τα πληρώματα και το πολύ να κάνανε καμιά φασίνα. Παρ’ όλα αυτά όμως το ταξείδι κατά πάνω ήτανε ζόρικο κι από προβλήματα κάθε τόσο άλλο τίποτα. Την μια η ζέστη κι ο ήλιος που τους εβάραγε και πιο πολύ τον Ονησίκρητο. Την άλλη οι εκάστοτε εκ των επί τόπου που βγαίνανε στις παρακείμενες τις αμμουδιές και τους εκάμανε άσεμνες χειρονομίες, τους επετάγανε πέτρες, κοντάρια κι ενίοτε καβαλίνες και να ‘χεις καπάκι και τον Ονησίκρητο. Κι αυτός αν ήτανε μπελάς. Αυτός πάλι όταν δεν είχε να γράφει ημερολόγιο, μπερδευότανε στα ποδάρια των αλλονών ή καθότανε στις κουπαστές και χάζευε κι εκεί τον εβάραγε ο ήλιος, κοκκίνιζε η μούρη του, φουντώνανε τα μπιμπίκια του και τον έπιανε απελπισία. Κι όσο τον έβλεπε ο Νέαρχος να περιφέρεται ασκόπως ή να χάσκει στις κουπαστές με κείνο το ύφος το «καλοψημένα ηλίθιο» τόσο του ανάβανε τα λαμπάκια.

Με αυτές τις συνθήκες, τα προβλήματα, τους μπελάδες και τον Ονησίκρητο στον σβέρκο του, προχώραγε ο Νέαρχος κατά πάνω και κάποτε φτάσανε στην Γεδρωσία στο σημερινό το Βελουχιστάν. Με την ευκαιρία θα ήθελα να διευκρινίσω πως ο Άρης ο Βελουχιώτης δεν εκαταγότανε από κει, όπως επιμένει η θειά μου η Φρόσω, αλλά από το Βελούχι που πέφτει κάπου εδώ πιο πάνω. Εκεί που λέτε στην Γεδρωσία πιάσανε σ’ ένα λιμάνι που το λέγανε Κώφαντα. Όχι δηλαδή το λιμάνι σκέτο, αλλά την πόλη λέγανε Κώφαντα κι έπαιρνε η μπάλα και το λιμάνι από κοντά. Όπως όμως και να το κάνουμε, ούτε για πόλη, ούτε για χωριό κι ούτε και για λιμάνι ήτανε όνομα αυτό. Ακούς εκεί Κώφαντα.

Ιχθυοτυφεκιστής υψηλού ήθους – επιτυγχάνων ιχθείς πέραν του συνήθους.

Σ΄αυτόν λοιπόν τον Κώφαντα κι ανάθεμά το για όνομα, μένανε κάποιοι αθρώποι που ήταν όλοι τους ψαράδες γιατί ολημερίς εψαρεύανε κι άλλο δεν εξέρανε να κάνουνε. Ψαρεύανε και τρώγανε. Κι αφού δεν εξέρανε να κάνουνε τίποτα άλλο, τρώγανε μόνο ψάρια. Ψάρια βραστά, ψάρια τηγανιτά, ψάρια στη σούβλα, ογκρατέν, στιφάδο και μέχρι τους κέφαλους τους εκάμανε μαρμελάδα και την αθερίνα γλυκό του κουταλιού. Είχανε που λέτε και κάτι πλεούμενα, ο Θεός να τα κάνει, στο κάτι ανάμεσα καραβάκι στο Νο32 παιδικό και βάρκα στον πρώτο χρόνο της εφηβείας της. Για να τα προχωράνε αυτά τα πλεούμενα στο νερό, αντί για κουπιά δεμένα σε σκαλμούς είχανε κάτι σαν ξύλινα φτυάρια αλλά στο ντουμπλ- φας. Με αυτά χτυπάγανε το νερό μια από δεξιά, μια απ’ αριστερά και τούμπαλιν, σαν να βαράγανε την θάλασσα να φύγει από κάτω. Πήγαινε δηλαδή το πλεούμενο κατά μπρος, χωρίς να προχωράει(;). Η θάλασσα πήγαινε κατά πίσω αφού κατά κει την εσπρώχνανε. Όσο και να σας φαίνεται παλαβό, είναι κι αυτό μια άποψη (!). Στο κάπως έτσι άλλωστε το είδε κι ο Ονησίκρητος. Και δεν έφτανε που έτσι το είδε κι έτσι το κατάλαβε, μα έπιασε και το είπε ο κόπανος.

-Δια της μεθόδου ταύτης, μεταφέρεται το θαλάσσιον ύδωρ προς τα όπισθεν δια του φτυαρισμού και η μετακίνησις επιτυγχάνεται άνευ προχωρήσεως του σκάφους αλλά υποχωρήσεως της θαλάσσης

Ο Νέαρχος που βρισκότανε δίπλα του κείνη την ώρα, γιατί ήθελε να κάνει αυτοτέστ κοπώσεως, τον εκοίταξε με βλέμμα χαζοχαρούμενα απλανές κι απελπισμένο κι αφού σιγουρεύτηκε πως η δήλωση που μόλις είχε ακούσει ερχόταν από τον Ονησίκρητο κι όχι από κασέτα, ψιθύρισε λέξεις δύο. Ένα ρήμα κι ένα επίθετο. Το ρήμα το βοηθητικό το «ΕΙΣΑΙ» , το επίθετο συνηθέστατο σήμερα πανελληνίως μα δεν το λέω γιατί δεν το επιτρέπει η ανατροφή μου..

ΦΑΛΑΙΝΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΠΟ ΟΝΗΣΙΚΡΗΤΟ

Μετά από κάποιες ημέρες η αρμάδα έπλεε ανοιχτά από την περιοχή των Κυίζων και μη με ρωτάτε ποιοι ήταν οι Κύιζες και γιατί τους ελέγαν έτσι. Στην Γεδρωσία ήταν κι αυτοί κι ακόμα εκεί μπορεί να βρίσκονται και βλέπανε τον Νέαρχο που αρμένιζε κατά πάνω. Ο Νέαρχος όμως ούτε τους έβλεπε, αλλά ακόμα κι αν τους έβλεπε αλλού είχε το μυαλό του γιατί αυτά που’ βλεπε κείνης της ημέρας τα χαράματα τον είχανε τρομάξει.

Μπροστά από την αρμάδα κολυμπούσε ένα κοπάδι φάλαινες που μπαίνανε στο νερό και βγαίνανε και πετάγανε κατά πάνω τα συντριβάνια τους. Τέτοιο πράμα δεν είχε ξαναδεί ούτε ο Νέαρχος, ούτε ο Ονησίκρητος ούτε και κάποιος άλλος καπετάνιος, λοστρόμος, ναύκληρος ή μούτσος της αρμάδας και οι υδροβιολογικές γνώσεις όλων αυτών περιοριζόντουσαν στο πλαίσιο της πληροφόρησης που παρέχει μια ελληνική ιχθυόσκαλα και το πολύ να ‘χαν ακούσει και για καμιά ξετσίπωτη γοργόνα.

Οι κάποιοι πλοηγοί που είχαν μαζί τους, προσπαθήσανε να τους εξηγήσουνε ότι επρόκειτο περί ψάρια στο extra large και βάλε αλλά κανείς δεν τους επίστευε. Βράχια έλεγε ο ένας, ελέφαντες του λιμενικού έλεγε ο άλλος, υποβρύχια ο παρακάτω κι όλοι μαζί σ’ ένα συμφωνούσανε μοναχά, πως ήτανε χεσμένοι από τον φόβο τους. Τότε ο Στόλαρχος, σαν πιο ψύχραιμος που ήτανε και λιγότερο χεσμένος από τον φόβο του, έδωσεν εντολή πολεμικού σχηματισμού της αρμάδας και προχώρησε στις απαραίτητες οδηγίες:

-Ούλοι μαζί κι από κοντά να πλατσαρίστε τα κουπιά που να γενεί σαματάς μεγάλος και να βγάνετε και φωνή απού να ξυπνήσουνε ούλοι οι στεριανοί τσι γειτονιάς κι απέ να γιουρουντίσουμε στα θεριά κατακούτελα προτού μας εφάνε τα παπόρια μας κι ίντα θα γενώ με φαγωμένο στόλο΄

Από τον στόλο ορμήσανε οι τριακόντοροι και οι ημιολίες, ογδόντα κομμάτια όλα μαζί κι οι ναύτες εκοπανάγανε τα κουπιά στην θάλασσα κι ουρλιάζανε σαν τους παλαβούς μα οι φάλαινες απέναντι και στο πέρα βρέχει. Κάποια στιγμή μάλιστα, βουτήξανε στο νερό και μετά από λίγο βγήκανε πίσω τους και συνεχίσανε να κολυμπάνε στο αμέριμνο και το επεισόδιο εθεωρήθη λήξαν. Τόσο απλά και κρίμα την λαχτάρα και τον συναγερμό.

Λίγο πιο πάνω και πλησιάζοντας προς τον Περσικό τον Κόλπο, αντικρίσανε το ακρωτήριο Μάκετα.. Σαν σουβλί έβγαινε στην θάλασσα από την μεριά της Αραβίας κι έτσι και περναγες με φόρα από κοντά μπορεί να σου’ βγαζε κάνα μάτι. Ο Ονησίκρητος που’ χε βαρεθεί ν’ αρμενίζει και να τονε ψήνει ο ήλιος ακόμα κι όταν ενύχτωνε, την επέταξε πάλι.

-Ως κυβερνήτης της ναυαρχίδος, προτείνω……

-Πρότεινε αλλά σκύψε! τονε συμβούλεψε ο λοστρόμος της ναυαρχίδας

-… ή μάλλον εισηγούμαι!

-Το ίδιο κάνει! Σκύψε σου λέω.

-…. Να προσεγγίσωμεν εις την Αραβικήν χερσόνησον.

-Α! Καλά το πας! Συνέχισε.

-Και να συνεχίσωμεν τον πλουν επί της ξηράς.

-Έπρεπε να ’χες σκύψει από ώρα.

Ο Νέαρχος το άκουσε και μπράβο του που δεν αντέδρασε αμέσως. Φώναξε όμως τον λοστρόμο για να τον ερωτήσει αν άκουσε ότι είχε μόλις ακούσει κι ελόγου του. Πουθενά ο λοστρόμος. Είχε προλάβει κι είχε βουτήξει στην θάλασσα και κολυμπούσε ύπτιο. Φώναξε τον ναύκληρο, με πεταλούδα αυτός και πίσω από τον λοστρόμο και πίσω τους ο οπλονόμος με τον ύπαρχο και τον σηματονόμο στο ελεύθερο. Το υπόλοιπο το πλήρωμα ήτανε μαζεμένο στο καμπούνι του καραβιού κι έκανε πως εκαθάριζε φασολάκια. Έτσι έμεινε μοναχός του ο Νέαρχος με τον Ονησίκρητο στο εξ απεναντίας που τον εκοίταζε προσπαθώντας να αντιληφθεί για πιο λόγο εβγαζε ο άλλος αφρούς από το στόμα του, καπνό από τ’ αυτιά του κι είχε ολόρθες τις τρίχες της κεφαλής και ……

-Και να τραβούμε κουπί στσι αμμουδιές με τα φτυάρια σα τσι φίλους τσι ψαροφάγους? Ίντα να σου πω μωρέ ντροπή τσι Αστυπαλιάς που πράμα μυαλό δεν έχει η κεφαλή σου, μονέ κοπρά μα κι αυτή σβημένη είναι και…..

Ο Ονησίκρητος είχε από ώρα φορέσει τα μπρατσάκια του, είχε βουτήξει στην θάλασσα, είχε προσπεράσει κολυμπητός λοστρόμους, οπλονόμους και τους αποδέλοιπους κολυμβητάς κι οσονούπω θα τερμάτιζε απέναντι στις εκβολες του Άναμη ποταμού στα Νεόπτανα της Καρμανίας.Το ίδιο έκαμε κι ο Νέαρχος αλλά όχι κολυμπητός. Με την αρμάδα πήγε κανονικά με τα κουπιά κι όταν εφτάσανε και φουντάρανε έδωσε εντολή να πέσουνε όλοι να κοιμηθούνε υποχρεωτικά κι ας ήτανε δέκα η ώρα το πρωί. Διότι σου λέει δεν είναι σωστό οι ναύτες να βλέπουνε τον κοτζάμ Στόλαρχο να κυνηγάει τον καπετάνιο της ναυαρχίδας του να τονε σκίσει.

Με του που έπεσε κι ο τελευταίος ναύτης για ύπνο, πήδηξε στην στεριά ο Νέαρχος κι άρχισε να κυνηγάει τον άλλον. Επάνω όμως στο κυνηγητό πέτυχε κάποιους φαντάρους του Αλέξανδρου που του είπανε πως κάπου εκεί γύρω ήτανε κι ο βασιλιάς. Χαρά ο Νέαρχος, παράτησε τον Ονησίκρητο και πήγε τροχάτος να συναντήσει το φιλαράκι του. Όταν έφτασε δίπλα του, είχε τέτοιο χάλι από την αξυρισιά, την απλυσιά και τις ταλαιπωρίες του ταξειδιού που ο Αλέξανδρος όχι μόνο δεν τον αναγνώρισε, αλλά τον ελυπήθηκε έτσι που τον είδε κακομοιριασμένο κι έβγαλε και του ’δωκε ένα πενηντάρικο. Κόκκαλο ο Νέαρχος με το πενηντάρικο στο χέρι.

-Αλέκο…..!

-Παρντόν?

Αλέκο αντράτσι μου για ‘ντα μου ‘δωκες το πενηντάρι?

-Νεαρχούλη! Νεαρχούλη φιλάρα εσύ είσαι?

-Όϊ ο Κεφαλογιάννης.

Και να αγκαλιές και δώστου φιλιά και χαρές και συγκινήσεις και πιο πολύ ο Αλέξανδρος που είδε κι έπαθε να αναγνωρίσει τον Στόλαρχό του.

-Νεαρχούλη, κι αν έχασες τον στόλο, εσύ να’ σαι καλά. Κράτα το πενηντάρικο για μαγιά ν’ αγοράσεις καινούργιο, να ξαναγίνεις στόλαρχος, τώρα που ‘μαθες την δουλειά.

-Ίντα στόλους και χασούρες μου κοπανάς?

Ο Αλέξανδρος, έτσι που είδε τον Νέαρχο σε κείνο το χάλι, σου λέει, για να είναι ντυμένος ο Στόλαρχος ναυαγός, δεν μπορεί, κάπου θα του ‘χε βουλιάξει ο στόλος.

-Μα …. Ο στόλος…. Δεν εβούλιαξε;

-Βουλιαμένη και Βάρκιζα η κεφαλή σου. Στα Νεόπτανα τον έχω και λιάζεται απού να στανιάρει.

-Πες «λόγω τιμής»

-Να μη σε δω γαμπρό.

-Φερ’ το πενηντάρικο πίσω.

ΤΕΛΙΚΗ ΕΥΘΕΙΑ ΜΑ … ΣΤΟ ΛΟΞΟ

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΚΕΙΝΕΣ ΤΙΣ ΧΑΡΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Έβαλε ο Αλέξανδρος και πλύνανε τον Νέαρχο, τον εξυρίσανε, του βάνανε και κολώνια, του ‘φτιαξε και στολή καινούργια ναυαρχική και χωρίσανε. Ο βασιλιάς θα πήγαινε ποδαράτος για Βαβυλώνα κι ο Στόλαρχος με την καινούργια στολή συνέχισε κατά πάνω κοντά στις ακτές της Καρμανίας και της Περσίδας. Εκράταγε τις σημειώσεις του κανονικά όπως και πρίν κι έφτιαχνε το λιμενολόγιο της περιοχής που το ‘χανε βοήθημα οι ναυτικοί για πολλούς αιώνες μετά. Είχε βάλει μάλιστα και τον Ονησίκρητο να του διορθώνει τα ορθογραφικά και να το καθαρογράφει σε εφτά αντίγραφα μα χωρίς καρμπόν.

Πλοίαρχος προς το τέλος του πλού – εμφανίσεως, εκ ταλαιπωριών, ναύτου απλού.

Οι ταλαιπωρίες και τα προβλήματα του ταξειδιού δεν είχανε λιγοστέψει. Με τον Ονησίκρητο όμως συνεχώς απασχολημένο κι εκτός οπτικού πεδίου, η κατάσταση αντιμετωπιζότανε. Όσο για τα πληρώματα, εκείνο το κουπί που στην αρχή ήτανε ζόρικο και το βλαστημάγανε, τώρα το είχανε συνηθίσει και το τραβάγανε τελείως μηχανικά και κουνάγανε τα χέρια μπρος-πίσω χωρίς να το καταλαβαίνουνε. Τόσο που το ‘χανε συνηθίσει που ακόμα και στην στεριά κάθε που χρειαζότανε να πατήσουνε, πρώτα κουνάγανε τα χέρια μπρος-πίσω και μετά περπατάγανε.

Έτσι φτάσανε κάποτε και στον Ευφράτη τον ποταμό. Ότι όμως είχανε αρχίσει και τον ανεβαίνανε τους ειδοποίησε ο βασιλιάς πως επήγαινε στα Σούσα. Ξανά μανά πίσω στον Περσικό κι από κει στον ποταμό τον Πασιτίγρη και πάνω ( μα με το συμπάθιο δηλαδή, αλλά είναι όνομα ποταμού αυτό ή τίτλος συνδικαλιστικού οργάνου;). Από κει στον Ευλαίο (αυτός μάλιστα) κι επι τέλους στα Σούσα.

Έγινε τελετή επίσημη, με μουσικές, φλάμπουρα λόγους και τέτοια κι, ακολούθησε μικρά δεξίωσις με καναπεδάκια κι αναψυκτικά. Ο Νέαρχος, στην κορύφωση της εορταστικής εκδήλωσης παρέδωσε στον βασιλιά τον στόλο, το λιμενολόγιο και τον Ονησίκρητο. Κι ο Αλέξανδρος, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης του ξανάδωσε το πενηντάρικο.

Print Friendly, PDF & Email
Ακολουθείστε μας:
error