Του Γήση Παπαγεωργίου

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Νέαρχος εγεννήθηκε στην Κρήτη το 360 πΧ κι ήτανε γιος του Ανδρότιμου. Το ποιος ήταν ο Ανδρότιμος και πως ελέγανε την γυναίκα του ούτε που ξέρουμε ούτε και που μας νοιάζει καθ’ όσον η παρούσα διατριβή ασχολείται αποκλειστικά και μόνον με τον Νέαρχο και το ναυαρχιλίκι του, το 326 πΧ. Ήτανε τότε που ο Μέγας Αλέξανδρος ευρισκότανε στην Καμπούλ των Ινδιών κι ένα πρωί του την εσβούριξε κι έπιασε κι έφτιαξε έναν κοτζάμ στόλο στο καρακέντρο της στεριάς. Κι άμα έχεις στόλο, έστω κι ακουμπισμένο στα χωράφια, πρέπει να του βάνεις ναυτουριά, καπεταναίους, λοστρόμους και τουλάχιστον έναν Ναύαρχο να τονε ναυαρχεύει. Για τέτοιον, για Ναύαρχο δηλαδή, ο Μέγας Αλέξανδρος έβανε τον Νέαρχο που’ τανε φιλαράκι του και τον εμπιστευότανε. Ο Νέαρχος πάλι, με το που ναυάρχεψε, ξυπνήσανε στο από μέσα του τα κρητικά του με κείνα τα παληά της Μινωικής της θαλασσοκρατίας και σιγά μην εκαθότανε να περιμένει να φυτρώσουνε στα χωράφια καραβιές. Τσιμπάει τον κοτζάμ στόλο, τονε φουντάρει στον Ινδό τον ποταμό και φτάνει φουλάρα στα Πάταλα. Από κει βγαίνει στον Ινδικό τον Ωκεανό, κάνει δεξιά, ανηφορίζει πιλάλα και φτάνει στον Περσικό τον Κόλπο, βρίσκει τον Ευφράτη με την πόρτα ανοιχτή, μπουκάρει, ανεβαίνει μια στάλα μα του την απανοδιώχνει και ξαναβγαίνει στον Περσικό και σαλτάρει στον από δίπλα τον ποταμό τον Πανιτίγρη κι αρχινάει να τον ανεβαίνει κι αυτόν μα ντροπή δεν ήτανε. Με τη φόρα που’ χε πάρει, αν δεν έβγαινε ο Μεγαλέξαντρος, εκεί πιο πάνω στα Σούσα να τονε μαζέψει, στον Καύκασο θα’ βγαινε ν’αρμενίζει με τον κοτζάμ στόλο στις βουνοκορφές.

Ο ΝΕΑΡΧΟΣ ΩΣ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΑΘΡΩΠΟΣ

Οταν ο Νέαρχος ήτανε μικρός, ο πατέρας του ο Ανδρότιμος, έκαμε όνειρα όπως κι ο κάθε γονιός να δει κάποια μέρα τον γιο του μεγάλο και τρανό και να τονε καμαρώσει. Η κυρία Ανδροτίμου, σαν μάνα κι αυτή στο μία από τα ίδια και μάλιστα το’ χε εξειδικεύσει στο «γιατρός ή δικηγόρος». Βλέπεις ήτανε κι εκείνη η κουμπάρα της η Φιλιώ που ‘χε σύντεκνο κάποιον κομματάρχη κι είχε βάνει τον γιο της στο Λιμενικό κι εκεί να δείς μούρη και φούμαρα που της επούλαγε. Είπανε λοιπόν τότε, αμφότεροι ως γονείς, να στείλουνε τον Νέαρχο στο εξωτερικό, στην Αμφίπολη, που να σκάσουνε από την ζήλια τους απαξάπαντες φίλοι, γνωστοί και γείτονες. Από την άλλη, σου λέει, καλά σχολειά έχει η Αμφίπολη, όλο και κάτι θα ξεστραβωθεί να μάθει, να μορφωθεί και που ξέρεις, μπορεί κάποτε να γενεί και νοματάρχης. Έπιασε, λοιπόν ο Ανδρότιμος σαν καλός πατέρας να το πει του παιδιού του που να χαρεί κι αυτό το φουκαριάρικο.

-Νεαρχάτσι, αντράτσι μου! Λέω να σε πέμπσω στα όξω, κατά Αμφίπολη, που να πα να γενείς άθρωπος…….

-Κι επαέ ίντα θα γενώ αν’ ε’ μείνω? Ούλοι οι αθρώποι τουτοινε επαέ δεν εγινήκανε? Καλιά τσι κάνουνε όξω τσ’ αθρώπους? Κι΄ιντα ‘ χουν όξω καλιά απ’ επαέ, απού λήσιαξες να με ξεφορτωθείς, διάλε το σκώτι σου για κύρη που σ’ εδιάλεξα, μα δε μιλώ για δε μου πρέπει που’ μαι κοπέλι κι είσαι γονιός και…….

Κι έλεγε ο Νέαρχος και μουρμούριζε και βλαστήμαγε την μαύρη του τη μοίρα, όσο η μάνα του από δίπλα του’ φτιαχνε την βαλίτσα και του’ βανε μέσα και τα καλά του που να μη δείχνει χωριάτης και να τονε κοροϊδεύουνε τ’ άλλα τα παιδιά. Έπιασε και μια καλαθούνα και την εγέμισε θροφήματα και καλούδια που’ χε η Κρήτη, ξυνόχοντρο, χοχλιούς, παξιμάδια κρίθηνα και τρεις οκάδες χορτοκαλίτσουνα που να μην τρώει σουβλάκια και χαμπουργκερ στο δρόμο και μαγαρίζεται. Του’ δωκε και δυο φρέσκους αθοτύρους* να τους κρατά πεσκέσι άμα χρειαστεί, του’ δωκε και την ευχή της κι άμε στο καλό. Κι ο Νέαρχος εμουρμούριζε και βλαστήμαγε και μέχρι να φτάσει στην Αμφίπολη τον σκασμό δεν έβγανε μουδε για να φάει. Έφτασε κάποτε στην πόλη την μεγάλη και την τρανή κι εγούρλωσε το μάτι του με τα όσα έβλεπε, που τέτοια δεν είχε ματαδεί ούτε στα Μάταλα ούτε και στο Γαβαλοχώρι

-Ωφουουουου κι ίντα θωρούνε τα ματάκια μου!

Με το που σταμάτησε να μουρμουράει και να βλαστημάει θυμήθηκε που’ τανε μέρες νηστικός και πλάκωσε τα χορτοκαλίτσουνα. Μονοκοπανιάς τα’ φαγε ο φουκαράς και τις τρεις οκάδες μα ξεντερίστηκε που ‘χανε ξυνίσει μια βδομάδα στουμπωμένα στην καλαθούνα. Μετά, που σταμάτησε να χάσκει και να ξεντερίζεται, πήρε φύλλο πορείας για την αυλή του Φιλίππου, στην Πέλλα. Έδωκε του Φιλίππου τους αθοτύρους* όπως τον είχε ορμηνέψει η μάνα του, μα είχανε «ανάψει» εκτός ψυγείου και σκυλοβρώμισε τ’ ανάκτορο. Αερίσανε, ψεκάσανε, ξεβρώμισεν ο τόπος και να’ σου κι ο Αλέξανδρος που ακόμα δεν είχε γίνει Μέγας, μα το σπούδαζε. Κοπέλι ο ένας, αντράκι ο άλλος δεν ήθελε και πολύ να γίνουνε φιλαράκια και μάλιστα κολλητοί. Τόσο κολλητοί, που όταν αργότερα ο Φίλιππος έπιασε τα γκομενιλίκια κι εχώρισε την Ολυμπιάδα, ο Νέαρχος επήγε με το μέρος του Αλέξανδρου που είχε πάει με το μέρος της μάνας του. Βγαίνανε που λέτε τα δυο παιδιά μαζί στα μπαλκόνια και λέγανε του κόσμου πως ο Φίλιππος ήτανε καθίκι. Αυτό το τελευταίο, πολύ το εξετίμησε ο Αλέξανδρος κι όταν αργότερα ξεκίνησε την εκστρατεία για την κατάκτηση της Ασίας, επήρε τον Νέαρχο από κοντά σαν έμπιστο. Κι ο Νέαρχος άλλο που δεν ήθελε μα ντροπή δεν ήτανε

(*Γράφεται «το ανθότυρο» αλλά προφέρεται «ο αθότυρος»)

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Ο ΚΑΤΗΦΟΡΟΣ

Ο κατήφορος έχει πάντα κι ανήφορο, πλην ελαχίστων (αγνώστων) εξαιρέσεων.

Νεάρχου κατήφορος

Ο Αλέξανδρος είχε σχεδόν ολοκληρώσει την πολύχρονη εκστρατεία του στην Ασία και την είχε αράξει στην περιοχή του Πενταπόταμου, βόρεια από τον Ινδό τον ποταμό και το ημερολόγιο έγραφε 326 πΧ. Οι φαντάροι του, εδώ και μέρες τα ‘χανε φτύσει από τον ποδαρόδρομο κι από το να μοιράζουνε σφαλιάρες και κονταροχτυπήματα στον εκάστοτε Ασιάτη, Ινδό και σ’ όποιον άλλον δεν τους εγούσταρε και τους έβγαινε με τσαμπουκά στο καθ’ οδόν τους. Από την άλλη, την μια τους ετελειώνανε τα όσπρια, την άλλη ο τραχανάς, την άλλη τρώγανε σκέτα μακαρόνια χωρίς τυρί και σάλτσα κι άστα να παν στο διάολο. Κι άμα τρώγανε κι εκείνα τα ινδικά με το κάρρυ και τ’ άλλα τα καυτερά τους επέταγε σπίθες ο πισινός τους. Άσε που κι από τον οπλισμό δεν επηγαίνανε και καλύτερα. Στραβωμένο το σπαθί του ενός από το πολύ το καταχτύπι, γκοφρέ η ασπίδα τ’ αλλουνού που την είχε πατήσει ελέφαντας, μαδημένα λοφία στα κράνη τους, μέχρι που άμα γινότανε επιθεώρηση και βρισκότανε κάποιος κανονικός τον εστέλνανε να κάνει αξονική εγκέφαλου..

-Ε, φτάνει ως εδώ, αλλά εμείς τώρα ….! βγήκανε οι φαντάροι.

Δηλαδή; απορία ο Αλέξανδρος

-… λέμε να πηγαίνουμε γιατί στο σπίτι θ’ ανησυχούνε

Με το που άκουσε τέτοιες κουβέντες ο Αλέξανδρος τα πήρε στο κρανίο κι είπε να τους χέσει. Μετά όμως το καλοσκέφτηκε και τους έπιασε με το μαλακό μπας και τους αλλάξει τα μυαλά.

-Να ξεκουραστείτε κομμάτι, να φάτε κάτι ελαφρύ και μετά να πιάσουμε όλοι μαζί κι αγαπημένοι……

-…να γυρίσουμε σπίτι! τον χαβά τους αυτοί.

Άρχισε πάλι να τα παίρνει ο Αλέξανδρος, αλλά για να μην πλακώσει κάνα φαντάρο και τονε πιάσουνε οι εφημερίδες να τονε κάνουνε ρεντίκολο «…συγκάλεσε μεγάλο πολεμικό συμβούλιο στο οποίο έλαβαν μέρος οι ηγεμόνες των τάξεων…». Με το που μαζευτήκανε ηγεμόνες, διοικητές, στρατηγοί και παραστρατηγοί, άρχισε να τους αραδιάζει ο Αλέξανδρος το καινούργιο του το σχέδιο για το παραπέρα της εκστρατείας.

-Λέω, να πάμε ανατολικά!

-Τι είναι ανατολικά;

-Η ανατολή γαμώτο μου!

Αρχίσανε τότε κι οι στρατηγοπαραστρατηγοί τα δικά τους, πως καλά ήταν ως εδώ, και πού να τραβιόμαστε παραπέρα που την Δευτέρα πρέπει να’ μαστε σπίτι να μαζέψουμε τα μάλλινα και άλλα τέτοια της βαρεμάρας και νοσταλγικά του οίκαδε. Ο Αλέξανδρος το χαβά του.

-Μα δεν θα πάμε μακριά. Να καλέ, μέχρις εδώ… πιο δίπλα, στον Γάγγη.

-Ο κύριος;

-Ποταμός.

Σηκώθηκε τότε ο γερο στρατηγός ο Κοίνος και του τα ‘ψαλε ένα χεράκι του Αλέξανδρου που να χαμπαριάσει την όλη κατάσταση μπας και μαζευτεί.

-Κύριε Μεγαλειότατε! Ως εδώ και μη παρέκει. Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, καλά περάσαμε. Ώρα μας τώρα να γυρνάμε στα σπιτάκια μας, που ώσπου να φτάσουμε οι μισοί θα’ χουμε ποθάνει. Άμε κι εσύ αντράκι μου μεγαλειότατο να δεις τη μανούλα σου που θα σ’ έχει ποθυμήσει. Εμείς δόξα τω Θεώ μπόλικα δοξαστήκαμε και να’ σαι καλά, μα η πολύ η δόξα μας εβάρεσε στο Δόξαπατρί κι ώρα να δοξαστεί και κάνας άλλος. Άμα λοιπόν γουστάρεις ποδαρόδρομο κι άμα θες να βρείς κι άλλα ποτάμια και παραπόταμους, πάρε φρέσκους φαντάρους και ξεκίνα καινούργια εκστρατεία κι εμείς από κοντά. Από τις ταράτσες κι απ’ τα μπαλκόνια μας θα σε βλέπουμε, θα σε καμαρώνουμε και θα σου βαράμε παλαμάκια.

Στρατηγός εν αντιδράσει – δια να ανακοπεί η περαιτέρω δράση.

Μετά από τα όσα του είπε ο γέρο στρατηγός, εντράπηκε κι ο Αλέξανδρος και μαζεύτηκε. Αποφασίστηκε τότε ν’ αρχίσουνε οι προετοιμασίες της επιστροφής και χαρά οι φαντάροι, χαρά κι οι στρατηγοί, ζοχάδα ο Αλέξανδρος Δεν μπορούσε να το χωνέψει πως θα γυρίζανε τόσο δρόμο στο ένα-δύο, εν-δυο χαζεύοντας τα γύρω βουνά και μετρώντας πουλάκια και πεταλουδίτσες.

-Ρε σεις! Κάτι να κάνουμε, μην πάει τζάμπα τόσος ποδαρόδρομος!

-Να μαζεύουμε χόρτα….

-Ν’ αρχίσουμε Ισπανικά!

Τέτοια του λέγανε και του ανεβάζανε την πίεση, μα αυτός άλλα πάλευε στο μυαλό του μέχρι που κατέβασε καινούργια ιδέα. Και δεν είναι που την εκατέβασε μέσα στην γκλάβα του μα του’ ρθε να τηνε πει και στους άλλους. Δεν λέμε, ηγεμόνας είσαι, βασιλιάς και Μέγας και εις ανώτερα, μα κάθε που σου’ ρχεται κάτι στο μυαλό, κράτα το λίγο στο από μέσα να σιτέψει και μετά βγάλτο και στο σιγά και με το μαλακό. Γιατί άμα το βγάλεις στο απότομο και δεν προλάβεις να σκύψεις, ρε δε πα να’ σαι και βασιλιάς, να’ σαι και λιμενάρχης, θα σου’ ρθει το αντικείμενον κι όσο ελαφρύ κι αν είναι, πονάει πανάθεμά το.

-Λέω, να πιάσουμε να φτιάξουμε καράβια…

-Και να πάρουμε σβάρνα τα πανηγύρια να τα πουλάμε…

-Θα κατέβουμε με δαύτα τον Ινδό τον ποταμό.

Αυτό το τελευταίο ο Αλέξανδρος το είπε στο πολύ ψιθυριστό και κάποιοι λίγοι από τους στρατηγούς που τ’ ακούσανε κάνανε την πάπια. Και τι άλλο να κάνανε οι αθρώποι, που’ χανε συμπληρώσει συντάξιμα από τα Γαυγάμηλα κι όταν ο άλλος τους εμίλαγε για καράβια και ποτάμια, αυτοί ονειρευόντουσαν το εφ’ απαξ και το οικόπεδο στου «Παπάγου». Έπιασε τότε ο Αλέξανδρος κι είπε τα καινούργια του τα σχέδια στο φιλαράκι του τον Νέαρχο.

-Είσαι για βαρκάδα στον Ινδό τον ποταμο;

-Κι αμέ! Γι’ άντα να μην είμαι;

… κι από κει στον Ινδικό τον Ωκεανό μέχρι πάνω τον Περσικό τον Κόλπο;

-Φύγαμε

Στο τσακ τον επρόλαβε ο Αλέξανδρος τον άλλο τον Κρητικό που του ξυπνήσανε μέσα του οι προγόνοι του που αλωνίζανε την Μεσόγειο καμιά χιλιάδα χρόνια πριν. Έτοιμος ήτανε να γιουρουντίσει στο ποτάμι και ν’ αρχίσει να το κατεβαίνει κολυμπητός.

-Κάτσε , μωρέ μουρλέ! Πού φύγαμε; Με τι θα μπούμε στο νερό; Με μπρατσάκια και βατραχοπέδιλα? Το πράμα θέλει μελέτη, οργάνωση, προμήθειες, καράβια…. μιλάμε για εξερεύνηση κι όχι για «Ινδός by night”.

-Ωφού και Βαγγελίστρα μου!

Ξεκίνησε που λέτε, ο Αλέξανδρος με φαντάρους, παραφαντάρους στρατηγούς και τον Νέαρχο από κοντά κι άρχισε ν’ ανεβαίνει κατά πάνω. Πέρασε τον Υδραιώτη και τον Ακεσίνη που’ τανε παραπόταμοι του Ινδού κι έφτασε κάποτε στον Υδάσπη. Ο Υδάσπης, εξ’ ίσου παραπόταμος με τους άλλους κι όπως όλοι οι ποταμοί και παραπόταμοι διέθετε και όχθες στο ένθεν κι εκατέρωθεν αυτού. Σ’ εκείνες τις όχθες τις ένθεν κι εκατέρωθεν του Υδάσπη, τι νομίζετe πως έκανε ο Αλέξανδρος;

-Γήπεδο του γκολφ Το πέτυχα;

-Ναυπηγεία!!!!!

Ναι λόγω τιμής αδέρφια, ναυπηγεία έστησε, ο αθεόφοβος γιατί τα άλλα που ήτανε στην Μεσόγειο, στα 3000 χιλιόμετρα πιο κει, του πέφτανε, λέει, κομμάτι μακριά. Από την άλλη έτσι που τα λογάριαζε του βγαίνε και φθηνότερα ν’ αρχίζει να φτιάχνει καράβια στο επί τόπου κι αυτό φάνηκε από τις πρώτες 30 τριακόντορους που’ φτiαξε. Τραβάει καπάκι και 50 ημιολίες που του’ ρθανε σχεδόν τζάμπα και πήρε φόρα για τα πλοία του κυρίου σώματος που τα’ φτιαξε κι αυτά κι όταν έβανε να τα μετρήσουνε του βγαίνανε 1800. Με λίγα λόγια ετοίμασε νηοπομπή με τις τριακόντορους και τις ημιολίες να παριστάνουνε τα αντιτορπιλικά συνοδείας σαν κι αυτά που κυνηγούσανε τα υποβρύχια των κακοχρονανάχουνε στον Δεύτερο τον Πόλεμο.

Αφού λοιπόν ετοίμασε τον Στόλο, δεν έμενε παρά να βρεί και τον στόλαρχο και για τέτοιον εδιάλεξε τον Νέαρχο. Του φόρεσε πλάκα τα γαλόνια, κλάρες κι αμφιμασχάλια, χρυσά κουμπιά και τζάτζαλα κι έτοιμος. Συγκινήθηκε ο Νέαρχος με τα τέτοια τα ναυαρχικά που θυμήθηκε τότε, κοπελάκι ακόμα, που ξεκίναγε από την Κρήτη για την Αμφίπολη με την καλαθούνα, τους αθοτύρους και τα χορτοκαλίτσουνα

-Εδά νάταν ο κύρης μου να με θωρεί και να με καμαρώνει που γίνηκα και Πρόεδρος.

-Στόλαρχος είπαμε….. Ναύαρχος!

-Ε, κι ίντα, καλιά Ναύαρχος απού να’ σαι Πρόεδρος;

-Στόλο φτιάξαμε μωρέ, όχι ΕΠΑΕ.

-Ότι πεις , αντράτσι μου. Συ ‘σαι πιο Πρόεδρος, συ κατέεις.

ΣΤΟ 326 πΧ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ και η τεράστια αρμάδα του Αλέξανδρου είναι έτοιμη ν’ αποπλεύσει και ν’ αρχίσει να κατεβαίνει παραπόταμους και ποτάμια για να βγει στον Ινδικό τον Ωκεανό. ΄Στις 23 του Σεπέμβρη, οσίων Ξανθίππης και Πολυξένης και μεγάλη η χάρη τους, εκάμανε θυσίες, εκάμανε σπονδές κι άλλα τέτοια που συνηθίζανε τότε για να καλοπιάνουνε θεούς, ποταμούς και παραπόταμους κι αρχίσανε το κουπί.

Στην βασιλική την τριακόντορο καπετάνιος εμπήκε ο Ονησίκριτος από την Αστυπάλαια που μπορεί να μην εσκάμπαζε και πολλά από καπετανηλίκι αλλά ήτανε λέει, φιλόσοφος και ως τοιούτος θα κράταγε το ημερολόγιο της εκστρατείας. Ο Ευαγόρας από την Κόρινθο είχεν αναλάβει την «επιμελητεία», να ταϊζει, δηλαδή και να ποτίζει ναύτες, φαντάρους, αλόγατα κι ελέφαντες κι ότι άλλο είχε μασέλα κι άντερα και κατέβαινε κατά κάτω για τον Ινδικό. Στις ένθεν κι εκατέροθεν όχθες ποταμών και παραπόταμων, ο Κρατερός από δεξιά κι ο Ηφαιστίων απ’ αριστερά, θα κατεβαίνανε ποδαράτοι για να φυλάνε με τα στρατά τους, μη βγει ΄κάνας εκ των επί τόπου ιθαγενών και ζοχαδιάσει τον Νέαρχο. Κι ο Νέαρχος με τα γαλόνια πλάκα, τα αμφιμασχάλια και τ’ άλλα τα ναυαρχικά χρυσά κουμπιά και τζάτζαλα, καμαρωτός ναυάρχευε κι εδινε οδηγίες κι εντολές.

-Παίζετε μωρέ τα κουπιά αντρίκια που να βαράτε το νερό κι όϊ να το κουταλιάζετε. Αλάργα τα παπόρια το ‘να από τ’ άλλο που να μη παίζετε κουτουλιές και μου χαλάσετε το στόλο κι ίντα θα γενώ με χαλασμένο στόλο, στην Κρήτη θα γαϊρω ταβερνιάρης να γενώ στο Κουμ–Καπί κι ωφού τα ρεζιλίκια μου.

Τριακόντοροι, ημιολίες, κέρκουροι, παρακέρκουροι κι ότι άλλο πλεούμενο προχώραγε με κουπιά είχανε πήξει τον Υδάσπη και κατεβαίνανε να πιάσουνε Ακεσίνη. Βγήκαν κι οι εκ των επί τόπου χωριάτες στις ένθεν κι εκατέρωθεν τις όχθες, είδανε το καραβοβρόχι που κατέβαινε, είδανε αλόγατα ν’ αρμενίζουνε μέσα σε βάρκες και παπόρια, είδανε πράματα και θάματα που τέτοια δεν είχανε ματαδεί κι αρχίσανε και κάνανε χαρές. Και δώστου τραγούδια και χορούς και τρεχοβολητά στο από δίπλα της αρμάδας και δώστου παλαμάκια και χαιρετούρες, μέχρι που ο Νέαρχος το πήρε προσωπικά κι αλλιώτικα.

-Πλάκα μου κάμουνε τα καθίκια και θα βγω να τσι χέσω….!

Επενέβησαν τότε οι επί τα τοπικά εθιμοτυπικά αρμόδιοι σύμβουλοι να του εξηγήσουνε το ιθαγενές φαινόμενον που να προλάβουνε κάνα επεισόδιο.

-Ναυαρχότατε. Ουδέ περίγελον ποιούν υμίν, ουδέ καζούραν, πλην μόνο και απλώς κατ’ έθιμον ιθαγενές εκδηλώνουν εαυτοίς εορτάζοντες, χοροπηδόντες και παλαμακίζοντες.

Ηρέμησε ο Στόλαρχος και συνέχισε ν’ αρμενίζει με την αρμάδα του κατεβαίνοντας τον Υδάσπη μέχρι που φάνηκε πιο κάτω ο Ακεσίνης. Στην συμβολή των δυο ποταμών, σημείο επικίνδυνο ακόμα και σήμερα, γινότανε χαμός από έντονο κυματισμό και δίνες. Πάλι όμως ο Στόλαρχος επρόλαβε κι έδωσε οδηγίες.

-Κοπέλια. Εδά θα βγούμε εκιά που παίζει κουτουλιές ο Υδάσπης του Ατσεσίνη το «τσου» με «κάπα». Κι από τσι κουτουλιές που παίζουνε χαμός μεγάλος γίνεται και στα νερά και στα ύδατα. Μον’ ε’ θωρείτε να βαράτε τα κουπιά γερνέ κι όϊ ξεπνεμένα, για θα μας επάρουνε οι δίνες και θα μας εσβουρίξουνε που θα γενεί τσι πουτάνας.

Ότι όμως κι αν έλεγε ο Στόλαρχος, ο στόλος έπεσε στις δίνες που όσο και να το παλεύανα τα φουκαριάρικα τα ναυτάκια έγινε το «έλα να δεις … χωρίς να βλέπεις». Τα μικρά τα πλοία τα «στρογγυλά» ίσα που στροβιλιστήκανε στο μπαλαρινέ κι εκάμανε τους επιβάτες να κρεμαστούνε στις κουπαστές και να κάμουνε το έρμο το ποτάμι σύχρηστο απ’ το ξερατό. Στα «μακριά» τα πλοία όμως, σε κάτι τριακόντορους, κάτι ημιολίες και σε κάτι άλλα με κάνα δυο σειρές κουπιά, οι ναύτες ίσα που προλάβανε να κάμουνε το μισό από τον σταυρό τους, το πάνω κάτω δηλαδή. Στο οριζόντιου – για το σταυροκόπημα λέμε – τους επιάσανε οι δίνες και τους εκάμανε να μιλάνε τα ινδικά, που δεν τα ξέρανε, μα με καβαλιώτικη προφορά. Κι ο Στόλαρχος εφώναζε.Ωφού κακό, ωφού ζημιά κι ωφού τα ρεζιλίκια μου. Ίντα ‘ καμα κι αμάρτησα κι ίντα αμαρτίες πλερώνω. Κρατάτε το, πανάθεμά το για παπόρι που ετσά που σβουρνά θα βγάνω τα σκώθια μου και θα μαγαρίσω τα πατώματα.

-Τα καταστρώματα… στολαρχότατε!

Το φαινόμενον της παλιρροίας – προξενεί βλάβας και απορίας.

-Άμε στο διάολο κερατά με τσι γραμματικές σου. Εδά βγάνω τσ’ αθοτύρους απού ‘φαγα στο σχολειό κι εσύ μου κάμεις «Ναυτική Ορολογία».

Τελικά ο Στολαρχότατος την έβγανε με ένα ξερατό, έστω κι ενισχυμένο και καθάρισε. Ο βασιλιάς όμως απ’ απέναντι ζορίστικε στο μπόλικο. Η βασιλική η τριακόντορος έπεσε σε τέτοια δίνη που έφερε πλώρη- πρύμνη οχτώ φορές σταυρόκομπο. Ναύτες, καπεταναίοι, λοστρόμοι, οπλονόμοι βρεθήκανε στο νερό κι άλλοι πιάνανε πάτο κι άλλοι αμμουδιά στις όχθες, χωρίς όμως να το επιδιώκουνε αφού οι δίνες είχανε αναλάβει τα περαιτέρω. Ακόμα κι ο Αλέξανδρος, που η μάνα του δεν τον είχε μάθει να κολυμπά, βούτηξε στο νερό ξεβράκωτος κι έκαμε 100 μέτρα ελεύθερο, 100 ύπτιο και τα υπόλοιπα 48 πεταλούδα και με καλό χρόνο γιατί κατουριότανε. Κι έτσι σώθηκε κι αυτός.

Σακατεμένος εβγήκεν ο στόλος από τις δίνες κι όχι μόνο σε καράβια μα και σε ψυχές. Πιο κάτω, ήρεμος πια κι ο ποταμός, επήρε τα πλοία και τα αρμένιζε στον αυτόματο που να έρθουν κι οι ναύτες στα ίσια τους μετά από κείνο το ανακουρκούτεμα. Κάποτε μπήκανε και στον Ινδό τον ποταμό που φάρδαινε ακόμα πιο πολύ και σε κάποιο σημείο έπιανε μέχρι και 18 χιλιόμετρα από την μιαν όχθη στην άλλη. Εκεί ήτανε και τα Πάταλα, το σημερινό Χαϊντεραμπάντ κι αφού ρίξανε άγκυρες, δέσανε κάβους, μαζέψανε κουπιά, πανιά και βγάλανε στις μπάντες τα μαδέρια, έπιασεν ο Στόλαρχος κι έβγανε φερμάνι:

-Άπαντες κι ούλοι απού ‘ναι ζωντανοί και ας μην το κατέουνε, κερί να πα ν’ ανάψουνε στσ’ αγίους, μα το χρωστούνε. Άγιοι κατά βούληση μα μόνο σερνικοί. Κεριά στσι 39, 32 και 28 πόντοι – με το συμπάθειο – για τσ’ αξιωματικοί, λοστρόμοι και ναυτουριά με τη σειρά. Κερί να μην ανάψουνε όσοι επνιγήκανε για δε τους εχρειάζεται.

Ανάψανε τα κεράκια τους, εφτύσανε τον κόρφο τους και βάλανε μπρος να κάνουνε Ναύσταθμο και ν’ αρχίσουνε να μαστορεύουνε τον σακατεμένο τον στόλο. Όσο γινόντουσαν οι επισκευές και τα μαστορέματα, ένα μέρος του στόλου, κατέβηκε από τα Πάταλα στο Δέλτα του Ινδού κι από το δεξιό το σκέλος του έσκασε μύτη στον Ινδικό τον Ωκεανό. Δεν επρολάβανε να ρίξουνε τις άγκυρες και πάει η θάλασσα από κάτω. Εκεί που πριν λίγο αρμενίζανε στο νερό, χάθηκε το νερά στα κάτωθεν και στον πάτο τας εκάτσανε τας βάρκας. Οι ναύτες ετσαντιστήκανε μα δεν είπανε κουβέντα ένεκα η ανατροφή τους. Ο Νέαρχος όμως το πήρε κι αυτό προσωπικά και τα’ βαλε με τους ντόπιους.

Ναύται μετά κηρίων – όπως αρμόζει εις δύσκολας στιγμάς, μεταξύ κυριων.

-Ποιος κερατάς μου κάμει πλάκα και ρουφά το νερό… κι αν ειν΄άντρας να κάμει ένα βήμα ομπρός.

Επιάσανε τότε οι ντόπιοι να του εξηγήσουνε το φαινόμενον «άμπωτις – παλίρροια» μα ο άλλος δεν ήθελε να το πιάσει και νόμιζε πως τον εδουλεύανε. Βρέ καλέ μου, βρε χρυσέ μου, έτσι το πάνε εδώ τα νερά της θάλασσας, το χαβά του ο άλλος κι είχε αρχίσει ν’ αγριεύει μέχρι που γυρίσανε τα νερά κι εκεί να δεις τι έγινε. Όσα καράβια είχανε κάτσει στον πάτο, στην λάσπη όρθια, αρχίσανε κι αρμενίζανε κανονικά και χαρά ο Νέαρχος. Όσα όμως είχανε μπατάρει σε βράχια του βυθού, γινήκανε υποβρύχια που τέτοια δεν προβλεπότανε να έχουνε οι αρχαίοι στόλοι. Εκεί ήτανε που τα πήρε χοντρά ο Νέαρχος με την συμπεριφορά του Ωκεανού, εμάζεψε τα υπόλοιπα των υπολοίπων του στόλου του και ξεκίνησε να γυρίσει στα Πάταλα.

-Πάμε να φύγουμε απ’ επαέ γιατί εφουρκίστηκα και κακό θα κάμω

Φεύγοντας μάλιστα κι επειδή αυτά τα πάνω και κάτω τα νερά κι αμπωτις από την μια παλίρροια από την άλλη δεν τα’ χε εμπεδώσει, έπιασε κι εδωσε τελεσίγραφο του Ωκεανού.

-Θώριε κακομοίρη μου να σοβαρέψεις και ν’ αφήσεις τα πάνω κάτω και τα καραγκιοζιλίκια. Να μάθεις να φέρεσαι ετσά που πρέπει στσι’ Ωκεανούς. Κι ότενε θα γαϊρω με το Στόλο τον κανονικό να’ σαι κι ελόγου σου κανονικός, για θα σε χέσω.

Συνεχίζεται…

Print Friendly, PDF & Email
Ακολουθείστε μας:
error