Του Γήση Παπαγεωργίου

Η χιουμοριστική σειρά «ΤΟΛΜΗΡΟΊ ΘΑΛΑΣΣΟΠΌΡΟΙ» δημοσιεύτηκε πριν 25 περίπου χρόνια στο περιοδικό ΕΦΟΠΛΙΣΤΉΣ. Περιέγραφα τότε, με  κείμενα και σκίτσα, τα κατορθώματα και τις περιπέτειες των ΜΕΓΑΛΩΝ ΘΑΛΑΣΣΟΠΟΡΩΝ αλλά με μια τέτοια γλώσσα που να παρασύρεται το χύδην πόπολο και να τα διαβάζει. Όσοι τότε τα διαβάσανε, λίγοι ή πολλοί ξεστραβωθήκανε και μάθανε πέντε πράματα για τους Φοίνικες, ποιος ήταν ο Νέαρχος από την Κρήτη, ποιος έφταιγε που ανακαλύφτηκε η Αμερική και άλλα τέτοια ωραία και χρήσιμα.
Από σήμερα και κάθε Σάββατο τα κείμενα τα τότε, συμπληρωμένα και βελτιωμένα, σας παρέχονται δωρεάν από το ΕΛΙΝΙΣ που να ξεστραβωθείτε κι εσείς και να μάθετε έστω κι αυτά τα λίγα γι’ αυτούς που πιάσανε και «στρογγυλέψανε» την γη, τηνε μεγαλώσανε και μετά την επήρανε οι επερχόμενες γενεές και της αλλάξανε τα φώτα.

Ο κόσμος που εγνώριζαν οι αρχαίοι μας προγόνοι     
τέλειωνε στον Ωκεανό
και εις σημείον εμφανές μόνον από μπαλκόνι.
Κατά την άποψιν σοφών και άλλων γενικότερα
μετά από κεί γκρεμίζονταν τα πλοία και τα κότερα

Τα πολύ παληά τα χρόνια και μιλάμε για τα πάρα πολύ παληά, τα τόσο παληά που πιο παληά δεν έχει ξαναγίνει, εκείνος ο κόσμος ο παληός εχωριζότανε στα δυο. Στον από ‘δω και στον από κει. Ο τότε κόσμος ο από ‘δω, οι «εμείς» δηλαδή, δεν εξέραμε ούτε Αμερικές, ούτε Αυστραλίες, ούτε Νεοζηλανδίες, ούτε την τύφλα μας. Κι όχι πως δεν υπήρχανε όλες αυτές οι από κει. Υπήρχανε κι είχανε και πρασινάδα, και ζωντανά, και πουλάκια και πεταλουδίτσες και σκνίπες και κροκόδειλους κι είχανε κι αθρώπους. Στο κάπως αλλιώτικό από τους από ‘δω οι από κει αθρώποι, αθρώποι όμως κι αυτοί που τρώγανε το φαγάκι τους, εκάνανε τσίσα και κακάκια τους όπως κι οι «εμείς». Και μια και λέμε για το φαγάκι τους , οι από κει είχανε τόσο πολύ που’ φτανε γι’ αυτούς κι άλλους τόσους κι ακόμα καμπόσους και κρίμα που δεν είχαν εφευρεθεί τα ψυγεία να το φυλάνε. Κι όσο για τα υπόλοιπα και τας ανάγκας τας σωματικάς εκ των εντέρων υπήρχε άπλα. Άπλα να δει το μάτι σου που για να κουτουλήσουνε δυο αθρώποι, έπρεπε να ξέρουνε σημάδι και να’ χουνε κλείσει ραντεβού.

Ο τότε κόσμος ο από ‘δω όλα αυτά τα από κει δεν τα’ ξερε ούτε και τους από κει αθρώπους. Ούτε κι οι από κει όμως εξέρανε τους από ‘δω. Μεταξύ μας όμως δεν είχανε και καμιά σφίξη να γνωριστούνε, αφού κάμποσοι οι από κει, μπόλικοι οι από ‘δω, παρέα είχανε και διόλου δεν επλήττανε.

Για τους από κει, οι αρχαιολόγοι κι όλοι αυτοί που σκάβουνε και ψάχνουνε στα χώματα δεν μας έχουνε πει και πολλά που να ξέρουμε κι εμείς οι από δω τώρα που γνωριστήκαμε. Για τους από ‘δω όμως ξέρουμε πιο πολλά, αφού στο κάτω κάτω δικό μας χωράφι το από ‘δω κι όσο θέλουμε το σκάβουμε. Κι άμα αυτό που θα βγει δεν το γουστάρουμε του ρίχνουμε μια φτυαριά και το ξαναβουλώνουμε.

Από τα πολλά που ξέρουμε για τους τότε τους από ΄δω κι ένα από τα πρώτα που μάθαμε για δαύτους, είναι πως ήτανε πολύ κοινωνικοί κι έτσι που προβλεπότανε στους τότε πολιτισμένους αθρώπους. Μόνο που τα κοινωνικά και τα πολιτισμένα τότε τα δουλεύανε στο αλλιώτικο. Σήμερα ας πούμε, έχει το φαγάκι του ο πολιτισμένος ο γείτονας, σου ρίχνει πρόσκληση να πάρεις την οικογένεια να το φάτε αντάμα κι αγαπημένα. Τότε το φαγάκι είχεν εφευρεθεί αλλά την πρόσκληση την αποφεύγανε ακόμα. Σήμερα παίρνεις την γυναικούλα σου, τα παιδάκια σου, τσιμπάς και ένα τέταρτο φοντάν και βαράς κουδούνι στον γείτονα. Τότε είχανε γυναικούλα, είχανε παιδάκια, είχανε κι άλλους σαράντα πεινασμένους από κοντά, αλλά ούτε φοντάν είχανε, ούτε κουδούνια να βαράνε. Έτσι αντί για φοντάν κουβαλάγανε ρόπαλα κι αντί για κουδούνι βαράγανε τον πρώτο που θα βρίσκανε στην πόρτα. Έτσι κάνανε τότε τα πολιτισμένα τους τα κοινωνικά και τις επισκέψεις τους στους γειτόνους. Μου τέλειωσε το ενταύθα φαγάκι μου? Πάμε στου γείτονα να φάμε κι ότι βρούμε. Υπήρχε μια οικειότης τότε κι ένας αυθορμητισμός κι όχι δυο τρεις νοματαίοι που να χωρέσουνε γύρω από ένα τραπέζι οβαλ ή κυκλικό. Κατά αγέλες επηγαίνανε επίσκεψη κι εκεί να δεις χαρές και πανηγύρια. Αγκαλιαζόντουσαν και κουτρουβαλάγανε οι ένθεν κι εκατέρωθεν και κάνανε τέτοιες χαρές που οι εκάστοτε μισοί και βάλε δεν ξανασηκωνόντουσαν κι οι αποδέλοιποι μισερομένοι ψάχνανε τα κομμάτια τους. Μετά τρώγανε το φαγάκι του γείτονα χωρίς κόνξες και ιδιοτροπίες και «με φουσκώνει» ή «μου μυρίζει» κι όταν εχορτάινανε περνάγανε κι από την κρεβατοκάμαρι να γνωρίσουνε και την κυρία.

Όλα αυτά όμως τα πολιτισμένα τα κοινωνικά για να δουλέψουνε ρολόι θέλουνε γειτόνους μπόλικους, που μόλις ντερλικόσεις το φαγάκι του διπλανού να πας στου παραδιπλανού κι από κει στου άλλου του διπλανού και του εκάστοτε παραδιπλανού. Για να έχεις όμως κι άλλους εκάστοτε, το πράμα θέλει άπλα. Σε χώρους κλειστούς δεν χωράνε οι εκάστοτε και δεν το φχαριστιέσαι. Κι ο τότε ο κόσμος ο από ‘δω ήτανε κλειστός. Κλειστός και τάβλα.

Μεγάλη ζημιά αυτό το «κλειστός και τάβλα» και με ποιόν να το κουβεντιάσεις που κάτι τέτοια τα λέγανε οι παπάδες κι οι κατ’ επάγγελμα σοφοί που κάνανε τότε κουμάντο.

-Η Γή τελειώνει ….εκεί.

-Πού καλέ?

-Να … εκεί πιο κάτω! ….στη θάλασσα!

-Και τα ζουμιά της θάλασσας πού σταζουνε?

Το χαβά τους αυτοί πως η Γη είναι επίπεδη κι ούτε κουβέντα περί τα νερά των θαλασσών. Από την άλλη μεριά και το χύδην πόπολο κάτι τέτοια τα έχαφτε και τι είχε να χάσει.

-Επίπεδη εσείς?

-Χεστήκαμε εμείς.

Λες κι αν δεν ήτανε τάβλα κι ως εκεί θα’ βγαινε ο τραχανάς στα πεύκα.

Οι δικοί μας όμως οι πρόγονοι, όχι που να το παινευτούμε, αλλά έτσι αρχαίοι που ήτανε τότε και τους έκοφτε μια στάλα παρά πάνω, κάτι τέτοια τα ψάχνανε και δεν καταπίνανε στο αμάσητο ότι τους πασάρανε οι τάχαμ σοφοί και διαπλεκόμενοι.

-Αδέρφια! Μετά από κει, έχει και παρακάτω.

-Μπαλκόνι και τέρμα! τον χαβά του ο άλλος.

-Τάβλα δεν είναι και μην ακούω αηδίες.

Ο άλλος όμως που’ χε σπουδάσει μόνο Θρησκευτικά κι όχι Γεωμετρία, πού να ξέρει ο χριστιανός από καμπύλαι και άλλα τέτοια σφαιρικά. Έριχνε λοιπόν την απορία του κι έσκυβε να γλυτώσει την καρπαζά.

-Κι εκεί που τελειώνει η τάβλα, σκαλάκια έχει?

-Στρογγυλή ρε τούβλο! Πορτοκάλι, καρπούζι! Γκέγκε?

-Κι οι από κάτω πως και δεν πέφτουνε?

-Άντε τώρα να καταλάβει ο χωριάτης πως η αθερίνα δεν πιάνεται με ψαροτούφεκο.

Με το λέγε λέγε, κάποιοι από τους τότε τους από ‘δω, που λέγαμε, αρχίσανε και ξύνανε την κούτρα τους, διότι , σου λέει , άμα δεν έχει άλλον διπλανό ο παραδίπλανός την εκάτσαμε μεγάλε και αύριο πάλι με όσπριο θα τηνε βγάλουμε. Ήτανε κι εκείνο το χούϊ που’ χανε πανάθεμά το, με το που τρώγανε το φαί του γείτονα, ψάχνανε για τον παραγείτονα και με το που τον εβρίσκανε τσιμπάγανε κι εκεί.

-Μα δεν εφάγατε στους δίπλα?

-Ξεχάσαμε το επιδόρπιον

Αφού τσιμπάγανε και το επιδόρπιον κι έτσι που’ ταν ο κόσμος τότε όλος εξοχή τους ξανάνοιγε η όρεξη.

-Καλέ! Πού θα φάμε σήμερα?

-Στους διπλανούς του παραδίπλα.

Ποια τάβλα μου λες τώρα και περί το αδιέξοδον της Γής που του αλλουνού του’ χε ανοίξει η όρεξη κι είχε αρχίσει κι έπιανε μυρουδιές και τσίκνα από τον περαιτέρω φούρνο. Κατσικάκι την μια φορά, κοντοσούβλι την άλλη κι όλο και ξεμάκραινε ένεκα αι οσμαί εκ του «ψητού». Και ξεμακραίνοντας για το «ψητό» μεγαλώνανε τον κόσμο τον από ‘δω και κάνανε και γνωριμίες. Για ποιες γνωριμίες μιλάμε τώρα και για φλογέρες με αμόλυβδη. Για το «ψητό» μεγάλωνε ο κόσμος. Αν δεν ήτανε το «ψητό», μέχρι να ….. εκεί πιο κάτω θα πηγαίναμε, θα ρίχναμε βοτσαλάκια στον Ωκεανό και θα γυρνάγαμε νηστικοί.

Print Friendly, PDF & Email
Ακολουθείστε μας:
error