Του Γήση Παπαγεωργίου

«…εμπειρότατοι εις τα ναυτικά και εμπόριον, πανούργοι όμως και φιλοκερδείς και απατεώνες…»

ΟΜΗΡΟΣ

Τότε παληά κι ίσως ακόμα και πιο παληα από τότε, κυκλοφορήσανε στον κόσμο τον από ‘δω, οι Φοίνικες. Με τους φοίνικες που ‘χουμε στο Φάληρο, απλή συνωνυμία, αλλά επειδή εμφανιστήκανε στην Φοινίκη γι’ αυτό τους είπανε Φοίνικες κι όχι Μογγόλους ή κάτι αλλιώτικο. Κάποιοι όμως που το ψάξανε, λένε πως τους είπανε Φοίνικες, επειδή έτσι λέγανε τον αρχηγό τους που όξω από τέτοιος είχε κι έναν αδερφό που τον ελέγανε Κάδμο κι άλλον έναν που τον ελέγανε Κίλικο κι οι τρείς μαζί είχανε μιαν αδερφή που την ελέγανε Ευρώπη. Η αδερφούλα τους η Ευρώπη τότε ήτανε κοριτσάκι. Μετά όμως που μεγάλωσε πρόκοψε κι έγινε κοτζάμ ήπειρος. Όλοι αυτοί οι τέσσερεις ήτανε παιδιά του βασιλιά Αγήνορα, που ως επάγγελμα δήλωνε «Βασιλεύς της Φοινίκης».

Η Φοινίκη, ένα μακρυνάρι ήτανε σε μιαν ακτή ανάμεσα στη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο, μπροστά από τα βουνά τον Λίβανο και τον Αντιλίβανο. Θάλασσα από την μια, βουνά από την άλλη και στ’ ανάμεσα αμμουδιά. Άλλοι λένε για 55 χιλιόμετρα στο φάρδος και 320 στο μάκρος της κι άλλοι λιγότερο ακόμα. Παληά, μάλιστα που δεν την ελέγανε Φοινίκη αλλά την ελέγανε για οικονομία μόνο Χνα (Χαναάν) λένε πως ήτανε μόνο δυο τρία μίλια στο φάρδος κι άλλα τριάντα από την μια μέχρι την άλλη άκρη της. Κάτι σαν συνεταιρισμός της Αγροτικής δηλαδή.

Σ’ αυτό το μακρινάρι, κάποτε πολύ παληά, μπορεί να ζούσανε κάποιοι αθρώποι, μπορεί όμως και να μην εζούσανε κι ο τόπος να’ τανε σκέτη αγριάδα. Αν όμως εζούσανε τέτοιοι ή αλλιώτικοι, ούτε πως τους ελέγανε μάθαμε ποτέ ούτε και τι δουλειά κάνανε ούτε αν ήτανε ψηλοί, κοντοί, ξανθοί ή κατσαρομάλληδες κι ούτε αν το φρικασέ το φτιάχνανε με μαρούλι ή με σταμναγκάθι. Αυτό που ξέρουμε όμως , είναι πως κάποια Παρασκευή, μετά το μεσημέρι του κάποτε τότε παληά, σ’ αυτή τη μακρόστενη την αμμουδιά, φτάσανε κάποιοι που τους ελέγανε Σημίτες κι ήτανε συγγενείς με κάποιους άλλους που τους ελέγανε Χανανίτες κι είχανε κι άλλους συγγενείς μόνο που αυτούς τους άλλους, δεν εμάθαμε πως τους ελέγανε. Το αν ήτανε Φλεβάρης ή Αύγουστος και ποιάς χρονιάς ούτε που ξέρουμε ούτε και που μας νοιάζει. Την πόρτα την εβρήκανε ανοιχτή, και μπήκανε.

-Καλέ! Να μείνουμε?

-Εμείς τουλούμπες φτιάχνουμε, καθίστε να κοιτάτε.

Αυτοί, που λέτε, οι Σημίτες που’ τανε συγγενείς με τους Χανανίτες και τους άλλους που δεν εξέραμε, θρονιαστήκανε σαν στο σπίτι τους ανάμεσα στους επί τόπου που δεν εξέραμε πως τους ελέγανε και καλά περνάγανε. Αν τώρα τους είπανε Φοίνικες επειδή κάτσανε στην Φοινίκη ή την Φοινίκη την είπαν έτσι επειδή την εκάτσανε οι Φοίνικες, ψάχτε στα παραπάνω και βρείτε το μόνοι σας.

Αυτό όμως που δεν θέλει ψάξιμο γιατί από τότε το λέγανε όλοι οι αρχαίοι, μέχρι κι ο Όμηρος είναι πως αυτή η φυλή αδερφάκι μου σκέτη κακιά ώρα ήτανε και Θεέ μου φύλαε. Από περίπου το 1500 μέχρι το 500 πΧ που βρεθήκανε στα πολύ τα πάνω τους, τέτοια φάρα δεν έχει ξαναδεί η ανθρωπότητα. Χειρότεροι ακόμα κι από τους Γερμανούς, που κακοχρονονάχουνε.

Μεταξύ μας όμως δεν εφταίγανε αυτοί που βγήκανε έτσι καθίκια και στο από πάσης απόψεως. Ήτανε βλέπετε κείνο το ντουβάρι που τους επλάκωνε και τους επάταγε τα ψυχολογικά τους. Για τον Λίβανο με τον Αντιλίβανο, καλέ, τα βουνά μιλάμε, που όταν εξημέρωνε, τους εκόβανε την ανατολή κι έπιανε μεσημέρι ώσπου να τους φέξει. Από κει φαίνεται τους προέκυψε η μουρτζουφλάδα, η γρουσουζιά κι ο κακός τους ο καιρός. Άντε τώρα να κάνεις επαφή κοινωνική με δαύτους και γνωριμίαι με σκοπό την ανταλλαγή απόψεων και ιδεών. Δικές τους οι απόψεις τους, στο αφ’ εαυτού οι γνωριμίες με τον καθρέφτη τους κι οι ιδέες τους προσωπικές και στο απόρρητο.

Λατρεία του Βάαλ

Ακόμα και τα θρησκευτικά τους, τα’ χανε κάνει στο ιδιότροπο, όπως και στ’ άλλα τους. Και πρώτα απ’ όλα είχανε καργάρει από θεούς κι είχανε από έναν σε κάθε γειτονιά. Τζάμπα είναι σου λέει, οπότε βάλε θεό στην υγεία, άλλον για τις λοιμώδεις νόσους, θεά για την Τετάρτη το πρωί που ‘ χε «λαϊκή», άλλον για τον ουρανό, άλλον για τα βουνά κι έναν μικρότερο κι επι βαθμώ τμηματάρχου Β’ για τους λόφους και τα υψώματα. Τους αρσενικούς τους θεούς τους ελέγανε Ελ αλλά για να μην πουλάνε μούρη τους εκόβανε τον τσαμπουκά και τους κατεβάζανε στο Βάαλ που πάει να πει «κύριος» ή και Μελέκ που πάει να πει «βασιλάς» ενώ τις γυναίκες μόνο Βάαλετ και πολύ τους. Μετά από το Ελ ή το Βάαλ και το Βάαλετ εκοτσάρανε και την ειδικότητα. Πάνω όμως από κάθε θεό και στη θέση του Αρχιθεού είχανε βάνει ένα δίφραγκο και το προσκυνάγανε όλοι μαζί κι αντάμα..

Στα κοινωνικά τους κι εκεί μυστήριοι και δυσκοίλιοι αδερφάκι μου και δεν εμπιστευόντουσαν ούτε τη μάνα τους. Καλημέρα του’ λεγες του Φοίνικα και σου γύρευε μετεωρολογικό μη και τον κοροϊδεύεις. Κι άμα σου ξέφευγε να τονε καλέσεις στο σπιτικό σου, σίγουρα θα’ ρχότανε για να φάει στο τζάμπα, όχι όμως από την πόρτα την καλή. Απ’ το παράθυρο θα σου μπουκάριζε στο μουλωχτό, μη και του ‘χες στήσει παγίδα πάνω από την εξώπορτα.

Το Φοινικικό αλφάβητο.

Οι Φοίνικες, που λέτε, ως φυλή, ή ότι σκατά ήτανε τέλος πάντων, ανάμεσα στα τόσα κουσούρια τους είχανε και μυαλό μπόλικο, που σε κάποια πράματα τους έβγαινε και στο πέραν του συνήθους. Ένα από τα πολλά τους τα τέτοια τους εβγήκε όταν αρχίσανε να πηγαίνουνε στο σχολειό, που καθόντουσαν στις τάξεις και χάσκανε μέχρι να περάσει η ώρα να βαρέσει το κουδούνι. Εκεί που λέτε ανάμεσα στο χάσκειν και το κουδούνι ανακαλύψανε το αλφάβητο, μόνο που έτσι που ήτανε τσιφούτηδες κι ένεκα η τσιγκουνιά το φτιάξανε με 22 γράμματα μονάχα. Από κει, γύρω στο 1000 πΧ, το πήρανε κι οι δικοί μας αρχαίοι και φτιάξανε το αλφάβητο το ελληνικό που ήταν ολόκληρο με 24 γράμματα και χωρίς τσιγκουνιές.

Το πιο μεγάλο τους όμως το ταλέντο ήτανε το εμπόριο που το’ χανε από γεννησιμιού τους. Κι όταν λέμε από γεννησιμιού τους, πάει να πει από την ώρα που τους έφερνε η μάνα τους στον κόσμο, που δεν εβγαίνανε τα κωλόπαιδα από την μήτρα της άμα δεν τους έκοβε η μαμμή δελτίο αποστολής και τιμολόγιο εξοφλημένο.

Έτσι εμπόροι που γεννιόντουσαν και κάνοντας λογαριασμούς για τα πάρε δώσε ανακαλύψανε τα Μαθηματικά κι όλοι τους επαίρνανε δέκα με τόνο αφού το μάθημα το ξέρανε προτού τους το πει ο δάσκαλος. Τα μικρά τα παιδιά, στα σπίτια τους για τις ωρες τις ελεύθερες δεν είχανε κομιξ και βιβλία παιδικά αλλά βιβλία λογιστικά κι από κει μέσα βγάζανε τα παραμύθια αλλά με λογιστική προσέγγιση. Την Κοκκινοσκουφίτσα, ας πούμε, ο λύκος δεν την εχλαπάκωσε τελικά γιατί δεν είχε «φορολογική ενημερότητα» και στην Χιονάτη κοτσάρανε κι έναν νάνο παρά πάνω έναντι ΦΠΑ.

Πέρα όμως από τις αριθμητικές και τα παραμύθια τα λογιστικά κι όσο γρουσούζηδες κι αν ήτανε οι Φοίνικές εκάνανε και δουλειά. Και τα χέρια τους επιάνανε και περί τα καλλιτεχνικά εν γένει τα καταφέρνανε και μάλιστα κάποιοι λένε πως ανάμεσα στο 2000 και το 1200 πΧ αντιγράφανε πατέντες και τζάτζαλα Μυκηναϊκά και Μινωικά και τα πασάρανε για δικά τους. Τέτοιες κουφάλες.

Αυτό όμως που το’ χανε από δικού τους και το δουλεύανε σχεδόν σε μονοπώλιο ήτανε η πορφύρα που κείνες τις εποχές στον καλό τον κόσμο και στα σαλόνια τα κοσμικά είχε ζήτηση πιο πολύ κι από τα λιαστά τα ντοματάκια.

Με όλα όμως αυτά τα τζάτζαλα, τις πορφύρες, τα λογιστικά και τις κλεμμένες τις πατέντες που’ χανε μαζέψει, αρχίσανε κάποτε και στριμωχνόντουσαν σε κείνο το μακρόστενο το οικόπεδο που μένανε. Είπανε τότε να πιάσουνε ν’ απλωθούνε μια στάλα, μα κατά πού. Από την μια το βουνό κι από την άλλη η θάλασσα.

Για ν’ ανεβείς το βουνό, είναι ζόρικο, έχει κόπο και χαλάς και τρία ζευγάρια σόλες. Κρατάς τότε τις σόλες και διαγράφεις λέξη μία, το «βουνό». Οπότε θες δε θες σου μένει η θάλασσα, που δεν χαλάς σόλες κι άσε που δεν αφήνεις και πατημασιές που να σε πάρουνε κι οι άλλοι οι περίεργοι στο κατόπι.

-Και στη θάλασσα τι θα κάνουμε?

-Θα φυσάμε τα πανιά να τα φουσκώνουμε.

Με τα καράβια βγήκανε στην θάλασσα κι αρμενίζανε κι επειδή σκέτο το αρμενίζειν δε φτάνει να κονομάς, επήρανε από κοντά κι αυτό που’ χανε στην τσέπη κι από γεννησιμιού τους. Το εμπόριο.

Εμπόριο, πάει να πει, σου δίνω ένα και σου παίρνω δυο και το σώβρακο μαζί. Αμοληθήκανε λοιπόν ανά την Μεσόγειο και μαζεύανε. Μαζέψανε ένα, μαζέψανε δυο κι άλλα σαρανταδυό μέχρι που αρχίσανε κι ακριβαίνανε τα σώβρακα εις τας παραθαλασσίους πόλεις και τους λιμένας. Και τότε τους έπιασε μια ανησυχία.

Φοινικικό καράβι

-Άμα βγούνε κι άλλοι στη θάλασσα, τι κάνουμε?

-Μοιραζόμαστε τα σώβρακα.

Οποία η καταστροφή κι άντε να βάλουμε μπροστά το Plan B προς αποτροπήν ανάπτυξης ναυσιπλοΐας υπό επικινδύνων ανταγωνιστών.

Ελαχταρίσανε οι τσιφούτηδες μη μπει και κάνας άλλος στη θάλασσα και λιγοστέψει το αλάτι. Λες κι η Μεσόγειος ήτανε καμιά τόση δα χαβούζα και ποιος θα τηνε πρωτοαρμένιζε. Χορτάτοι ήτανε και ξανατρώγανε με το ζόρι, μη και προλάβει να φάει κι ο διπλανός τους κι αυτό δεν θα τα’ αντέχανε. Και το φαί το κρύβανε που να βρωμίσει παρά να το φάει κάνας φουκαράς.

Αρμενίζανε λοιπόν κρυφά και στο μουλωχτό κι ούτε αποφάγια πετάγανε στη θάλασσα μην προδοθούνε από τους γλάρους. Ποια αποφάγια. Τα μούσμουλα με τα κουκούτσια τα τρώγανε αφού κι αυτά δικά τους ήτανε (για τα κουκούτσια λέμε).

Όταν ο άθρωπος είναι τσιφούτης και γρουσούζης φοβάται ακόμα και τον ίσκιο του. Κι οι Φοίνικες τέτοιοι ήτανε κι ακόμα κι όταν εκάνανε αρπαχτή, φοβόντουσαν μη την χάσουνε κι ούτε που προλαβαίνανε να την φχαριστηθούνε. Έτσι, πέρα από τις γυφτιές που κάνανε ένεκα η κονόμα, προχωρήσανε και στην εφαρμογή ασφαλιστικών μέτρων. Διότι, σου λέει, εγώ το βρήκα το «ψητό» και το πιρούνιασα κι άμα το βρει κι άλλος τι γίνεται?

-Άμα πεινάει, όλο και κάτι θα τσιμπήσει.

-Να φάει πλιγούρι ο κερατάς!

Ακούς εκεί, να θέλει ο πάσα εις ο πεινασμένος να πάρει μεζέ απ’ το «ψητό». Θα μου πεις πως εκείνη την εποχή, εις τον ενταύθα κόσμο, από «ψητό» άλλο τίποτα κι έφτανε ν’ ανεβάσουνε χοληστερίνη ακόμα κι οι συνταξιούχοι «ένστολοι» .

-Κι εμάς τι μας νοιάζει!

-Αφού περισσεύει ρε τσιφούτηδες.

-Το ρήμα «περισσεύει» άγνωστον εις την φοινικικήν .

Πολύ το «ψητό», μεγάλη η θάλασσα, αλλά οι τσιφούτηδες όλα δικά τους και μην αρμενίσει κανείς πίσω τους και σηκώσει κύμα. Πού να τολμήσει χριστιανός να καβαλήσει πλεούμενο και ν’ ανοιχτεί στα πέλαγα και τας θαλάσσας. Με το που πιάνανε λιμάνι, βγαίνανε στους καφενέδες και τα καπηλειά κι αγριεύανε τους εκ των επί τόπου ναυτικούς με παραμύθια κι ιστορίες τρόμου που να φοβούνται και να μην μπαίνουνε στην θάλασσα.

-Οχτώ μέτρα τα κύματα με μαύρους αφρούς κι ανάκατα κροκόδειλοι..

-Πω πω και Βαγγελίστρα μου….!

-… και νάσου κι ο Πάγκαλος ξεβράκωτος!

Τέτοια τους ελέγανε και που να ζυγώσει στο γιαλό ο άλλος. Αφού και τα Θεοφάνεια ψυχή δεν έβούταγε στο νερό να πιάσει τον σταυρό και με γάντζο τον εμαζεύανε οι λιμενάρχες. Μα θα μου πείτε τώρα στα τότε τα πΧ είχανε Θεοφάνεια? Τι να σας πω. Καμιά φορά, πάνω στον πανικό, δεν ξέρεις τι κατεβάζει ο νους του αθρώπου.

Επειδή όμως στο παραμύθι το ‘χανε παραχέσει κι οι εκ των εκάστοτε κατά τόπους δεν ετρώγανε απαξάπαντες χόρτο βραστό και άνευ λαδολέμονο, είπανε ως εδώ και πάπαλα, μπαρκάρουμε για Μάταλα. Καβαλήσανε τα καραβάκια τους κάποιοι ξύπνιοι ναυταίοι και τους επήρανε στο κατόπι. Διότι, σου λέει, δεν μπορεί να μου δηλώνεις Φοίνιξ, να με δουλεύεις ψιλό γαζί κι εγώ ο Μη-Φοίνιξ να σου ζητάω αυτόγραφο. Πορεία Βορράς εσύ? Από κοντά κι εγώ και πιο Βορράς ακόμα. Παληοκουφάλα!!

Λαχταρήσανε οι Φοίνικες με το που πήρανε χαμπάρι πως κάποιοι εκ των Μη-Φοίνικες τους επήρανε στο κατόπι και κρεμαστήκανε στις κουπαστές βγάζοντας απορία.

-Πού πάτε καλέ?

-Εκεί.

-Μα εκεί πάμε εμείς.

-‘Νταξ… θα χωρέσουμε κι οι δυο.

Πού να χωρέσουνε όμως, που ο άλλος ως Φοίνιξ από γεννησιμιού είχε τα εναλλακτικά του κι αφού δικιά του ήτανε η αρχική πορεία, ότι ήθελε την έκανε.

-Πορεία ντουβάρι.

-Καπετάνιο, βράχια είναι.

-Πρόσω ολοταχώς αμφότεραι……

Ναι, λόγω τιμής αδέρφια, παίρνανε φόρα και κουτουλάγανε στα βράχια και τα κατσάβραχα που να κουτουλήσουνε κι οι άλλοι που τους είχανε πάρει στο κατόπι και να βουλιάξουνε μαζί κι αντάμα. Βλέπεις, άμα βουλιάξεις προκύπτεις ναυάγιο και ως τοιούτο δεν προλαβαίνεις ν’ αγγίξεις το «ψητό» που λέγαμε παραπάνω. Μέχρι και τέτοια κάνανε οι τσιφούτηδες για να κρατάνε το «ψητό» μόνο για την πάρτη τους. Μιλάμε δηλαδή για αυτοθυσία σε επίπεδο καμικάζι..

Κι αρμενίζανε, κι αλωνίζανε κι όλο και ξεμακραίνανε κι αρπαχτές εκάνανε κι από «ψητό» μαζεύανε μπόλικο που δεν εξέρανε πού να το βάνουνε. Για να το γυρίσουνε σε κείνο το μακρινάρι που καθόντουσαν, την Φοινίκη, ούτε κουβέντα, αφού έτσι που’ χανε ξεμακρύνει λογαριάζανε τα έξοδα της επιστροφής, κάτι οδοιπορικά, εκτός έδρας και τέτοια. Πιάνανε τότε και φτιάχνανε αποικίες κι εκεί φυλάγανε το «ψητό» που να γλυτώνουνε τα πήγαιν’ έλα στα πατρώα εδάφη που μεταξύ μας χεσμένα τα’ χανε κι αυτά.

-Πιάστε ρε τσιφούτηδες να φτιάξετε ένα κράτος.

-Πού καλέ?

-Στην πατρίδα σας ρε ζώα. Πού αλλού!

Όπου γης και πατρίς.

Και οι μήνες δεκατρείς. Ακούς εκεί κράτος. Το κράτος θέλει δημόσιους υπάλληλους, αστυφυλάκους, πυροσβέστες, υπουργούς, υφυπουργούς γραμματείς γενικούς τε και ειδικούς, τμηματάρχες Α και Β κι ενίοτε μέχρι το Ξου, κι όλοι αυτοί θέλουνε μισθούς, επιδόματα, υπερωρίες, έξοδα…. για τέτοια είμαστε τώρα!

Μεταξύ μας, στα πατρώα τα εδάφη τους το παίζανε κράτος αλλά στο μπόλικο και με ποικιλία. Είχανε δηλαδή κάποιες πόλεις, όπως η Τύρος, η Βυρηττός, η Σιδώνα μόνο που κάθε μια είχε τον δικό της τον χαβά και το’ παιζε κράτος αφ’ εαυτού της. Βιολί ο ένας, πριόνι ο διπλανός πατίνι ο παραδίπλα κι όλοι μαζί ζεϊμπέκικο χωρίς μουσική.

Οι αποικίες των Φοινίκων (σχέδιο Γήση Παπαγεωργίου)

Κάνανε λοιπόν αποικίες που τους ερχότανε και φθηνότερα κι έτσι που’ τανε σκόρπιοι είχανε κι ασφάλεια έναντι των εισβολέων και των πάσης φύσεως εχθρών. Διότι, σου λέει, άμα είμαι σε κατάσταση «διασποράς» πώς να με πολεμήσει ο άλλος και πώς να μου εισβάλει. Στις σφαλιάρες μόνο να’ λεγες να τους πλακώσεις, ήθελες σαραντατόσα χέρια ποικίλων διαστάσεων και πάλι θα τηνε γλυτώνανε καμπόσοι. Από την άλλη, με το που χάνανε μια αποικία, δέκα ξεφυτρώνανε πίσω απ’ αυτήν και για καυγά κουβέντα. Με το που πλάκωνε ο εκάστοτε εισβολεύς και τους αρχίναγε στις ντουφεκιές, αυτοί τον επιάνανε στο παζάρι.

-Ρε τσιφούτηδες, λεφτά έχετε. Ρίχτε και καμιά μπαλωθιά να δείτε πώς γράφεται το «μπαμ».

-Ε…. με Άλφα. Το είπαμε. Σπατάλες τώρα για ορθογραφία.

Με τα παζάρια που λέτε αποφεύγανε τους πολέμους και τα άλλα τοιαύτα τα ανθυγιεινά και πολυέξοδα κι αρμενίζανε εν ειρήνη. Αρμενίζανε και ξεμακραίνανε. Κι όσο αρμενίζανε και ξεμακραίνανε και παλεύανε με τη θάλασσα ήρθε κάποια στιγμή που την εξέρανε σαν την πίσω την μπάντα του σπιτιού τους ακόμα και στο σκοτάδι. Διότι ένεκα το μουλωχτό και το κρυφίως αρμενίζειν, επιάνανε και ταξειδεύανε τη νύχτα που οι αθρώποι οι κανονικοί κοιμούνται. Αυτοί όμως με το να μην είναι κανονικοί και να ψάχνουνε στα σκοτάδια, βρήκανε την Μεγάλη Άρκτο που τους έδειχνε τον βορρά. Επειδή όμως αυτή, έτσι που’ τανε Μεγάλη τους εκουνιότανε, βρήκανε και την άλλη την Άρκτο την Μικρή που τους εκουνιότανε λιγότερο και πετυχαίνανε τον βορρά στην πόρτα του.

Όσο όμως κι αν τα δουλεύανε τα ναυτικά τους στο κρυφίως, κάποτε αρχίσανε κι οι διαρροές. Θες κάτι θα τους εξέφυγε, θες κάποιος από δαύτους έπιασε το παζάρι, δεν ήθελε και πολύ να χάσουνε το copyright σε κάποιες λεπτομέρειες περί το αρμενίζειν νυχθημερόν κι έτσι προσφέρανε γνώσεις στην ναυσιπλοΐα χωρίς να το καταλάβουνε. Όταν όμως το καταλάβανε ήταν αργά κι επειδή το’ χανε χάσει στο τζάμπα, το φυσάγανε όλοι μαζί κι ούτε που δρόσιζε.

Τσαντιστήκανε τότε, το φέρανε από δω, το πιάσανε από κει και στο ψάξε ψάξε, τι νομίζετε πως ανακαλύψανε?

-Την Γουατεμάλα!

-Να τηνε κάνουνε τι, κει πέρα που’ πεφτε?

Αφήσανε που λέτε την Γουατεμάλα να τηνε βρούνε άλλοι κι αργότερα κι αυτοί ανακαλύψανε την πειρατεία. Όχι όμως την κανονική με πειρατές μοβόρους και μονόφθαλμους. Μια άλλη σε δική τους εκδοχή, με παζάρι μπόλικο αντί για κανονιές και για να μην τους πλακώσει το Λιμενικό την είπανε «ναυτιλιακή δραστηριότητα». Και «Μαριγώ» όμως κι αν την ελέγανε, ήτανε κάτι που δεν εκρυβότανε, όποτε οι άλλοι που δεν εγουστάρανε τα παζάρια την επήρανε και την εδουλέψανε στο κανονικό, με κανόνια δηλαδή και σπαθοκούμπουρα. Κι αυτό αν το φυσάγανε πάλι όλοι μαζί μα πού να τους κρυώσει κι έτσι μείνανε να πολεμάνε με …. παζάρια.

…η συνέχεια το επόμενο Σάββατο!

Δείτε την εισαγωγή «Μεγάλοι Θαλασσοπόροι» εδώ

Print Friendly, PDF & Email
Ακολουθείστε μας:
error