Του Γήση Παπαγεωργίου

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΑΞΕΙΔΙ

Δεν επρόλαβε να πάρει ανάσα ο χριστιανός και το φθινόπωρο κιόλας της ίδιας της χρονιάς νάσου τον πάλι στόλαρχος κι έτοιμος να σαλπάρει. Αυτή τη φορά όμως η όλη επιχείρηση ξεκίναγε αλλιώτικα κι αντί για τον «Στόλο παρά κάτι» κι ο Θεός να τονε κάμει, της πρώτης της φοράς, τώρα μαζεύτηκε «Καραστόλος» κι ο Θεός να βάνει το χέρι του. Όποιος είχε καράβι κουβαλήθηκε στο Πάλος διότι, σου λέει εδώ δεν μιλάμε για πειράματα και αρμενίζειν δυτικά κι όπου μας βγάλει. Τώρα ο όρος «εξερεύνηση» είχε μπει στην άκρη κι η αποστολή ήτανε κατάκτηση κι εποικισμός μετά αρπαχτής και πλιάτσικου κι όποιος  προλάβει.

     Δεκαεφτά καράβια σαλπάρανε τούτη τη δόση, που ‘πηξε ο Ατλαντικός στο μαδέρι και το πανί. Κι από κόσμο, 1200 κεφάλια κουβαλάγανε που όξω από την ναυτουριά, ότι ειδικότητα χρειαζότανε για διευρυμένο πλιάτσικο κι οι πιο πολλοί καθάρματα με πτυχίο ΑΕΙ. Οι «μπουλντόζες» που φοβότανε ο αρχηγός των ιθαγενών όταν πρωτοείδε τους Ισπανούς.

    Μέσα σ’ όλον αυτό τον συρφετό νάσου και το παπαδαριό και σιγά μην εχάνανε τον λουφέ. «Με την βοήθεια του Χριστού θα τους αλλάξουμε την Παναγία» ήτανε το σύνθημά τους κι ορμάγανε ακάθεκτοι με τον δίσκο μπροστά και τον σταυρό από πίσω. Ήτανε τότε που η καθολική εκκλησία το ‘παιζε σαν τις δημόσιες υπηρεσίες τις δικές μας. Όποιος νέος ήτανε κοπρόσκυλο, στην εκκλησία τον εβόλευε ο μπαμπάς.. Έτσι όμως είχε πήξει ο τόπος από παπάδες, καλογήρους, δεσποτάδες, επισκόπους, καρδινάλιους και άλλα τέτοια επαγγελματικά θρησκευτικά που πιο πολλοί ήταν αυτοί που εμπορευόντουσαν τον σταυρό απ’ αυτούς που σταυροκοπιόντουσαν. Με την ανακάλυψη του Κολόμβου άνοιγε τώρα καινούργια αγορά και με μπόλικες θέσεις εργασίας.

–       Πάμε να σώσουμε τους ιθαγενείς.

–       Πάτερ μου, εμείς τότε που τους είδαμε σωσμένοι δείχνανε.

–       Θα τους διδάξουμε την ορθή πίστη.

–       Να τους την αλλάξετε αλλά μην ξεχάσετε να τους πείτε κι από τι τους εσώσατε.

     Πορεία νοτιοδυτικά πήγαινε ο Κολόμβος με τον καραστόλο του κι όλο τον συρφετό γιατί σκόπευε αυτή τη φορά να βγει στην Ιαπωνία. Η Ιαπωνία όμως εκείνες τις ημέρες ευρισκότανε αλλού κι έτσι, αντ’ αυτής επετύχανε τις Αντίλλες, το Πόρτο Ρίκο κι αμέσως μετά νάσου μπροστά η Ισπανιόλα.

     Βγαίνει να πάει να βρει το οχυρό, πουθενά το οχυρό. Ψάχνει τους 39 που ‘χε αφήσει για φρουρά, άφαντοι όλοι τους. Οι ιθαγενείς, κοιτάγανε τα σύννεφα και σφυρίζανε ιθαγενώς και στο τάχαμ αμέριμνο.

–       Ρε σεις! Τι τους εκάματε τους 39 μου;

–       Δεν τους εθέλαμε άλλο και τους εκαθαρίσαμε.

–       Εσείς να ’στε καλά.

     Σιγά τώρα μην εκαθότανε ο κοτζάμ Κολόμβος να χολοσκάσει και να χαλάσει την σχέση του με τους ιθαγενείς επειδή κάποιοι από δαύτους επιάσανε και του σφάξανε 39 ναυτάκια εκ των αναλωσίμων. Κι όσο για το οχυρό, κείνη την παράγκα που ‘χε στήσει από τα κολυμπηθρόξυλα του Σάντα Μαρία ούτε ΕΔΕ δεν έκανε. Έπιασε μάλιστα κι έστησε ολόκληρο οικισμό και τον ονόμασε Ισαβέλλα.

     Όσο φτιαχνότανε ο οικισμός ο Κολόμβος, άφησε τους 39 αναλώσιμους φυτεμένους εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αμερικάνικο και ξαμολήθηκε στα ενδότερα αυτουνού που νόμιζε για Ινδίες. Έψαχνε για χρυσό, έψαχνε για Ινδούς, έψαχνε τον άψαχτο κι ανάθεμά με αν ήξερε για τί σκατά ψάχνει και τίποτα δεν έβρισκε.Φεύγοντας είχε δώσει εντολή  στο παπαδαριό να βάνουνε μπρος τα ευαγγέλια με τις κολυμπήθρες και τα εξαπτέρυγα και ν’ αρχίσουνε να φτιάχνουνε χριστιανούς. Ξαμοληθήκανε παπάδες, καλογήροι και κάποιοι δεσποτάδες επί βαθμώ τμηματάρχου βήτα και την επέσανε στους ιθαγενείς. Οι μπροστινοί κρατάγανε τον δίσκο κι οι άλλοι από πίσω τα θρησκευτικά συμπράκαλα. Μιλάμε όμως για σταυρούς και Ευαγγέλια, όλα από τρίκιλα και πάνω και καπλαντισμένα με φύλλα χαλκού που έτσι και σου ‘ρχότανε ένα από δαύτα στο κεφάλι το δεύτερο περίσσευε. Όχι μόνο γινόσουνα χριστιανός αλλά και οσιομάρτυρας με δικιά σου ημιαργία.

–       Ότι έχετε ευχαρίστηση, πλην ζαρζαβατικών που θέλουνε ψυγείο.

–       Κοτοπουλάκι σας κάνει;

–       Μόνο χρυσός που άμα βραχεί δεν σκουριάζει και δεν θέλει και ψυγείο.

     Δυο χρόνια βολοδέρνανε, οι παπάδες με τα Ευαγγέλια κι ο Κολόμβος με τις τσάπες και τα φτυάρια μα ούτε οι ντόπιοι γινόντουσαν χριστιανοί, ούτε ο χρυσός καθότανε να τονε βρούνε. Βρήκανε την Τζαμάϊκα, βρήκανε πως η Κούβα ήταν από δικού της σκέτο νησί κι όχι η Ασία που την ενομίζανε και παρακάτω τίποτα. Ούτε καράτι από χρυσό κι από χριστιανούς ούτε για δείγμα και κρίμα τα ξαπτέρηγα και τις κολυμπήθρες που ‘χανε κουβαλήσει. Και σαν να μην του φτάνανε του Κολόμβου τα χριστιανοχρυσαφικά, αρχίσανε οι κόντρες και τα συνερισιά με τους εκ των πλιατσικολόγων άρχοντες.

     Βλέπετε, ο Κολόμβος, μπορεί να ήτανε γεννημένος για καπετάνιος και να δάγκωνε τα πέλαγα και τους ωκεανούς, αλλά μέχρι εκεί και πάπαλα. Το δημαρχιλίκι δεν του ταίριαζε κι εκεί με τα διοικητικά και τα πολιτικάντικα έβγαζε ταλέντο στο να τα σκατώνει. Από την άλλη πάλι, όλοι κείνοι οι τίτλοι, παρατίτλοι, επιδόματα, δόξες και φούμαρα, του ‘χανε πέσει στο απότομο του φουκαρά και με το που καβάλησε το καλάμι αρχίσανε και του βουλώνανε τ’ αυτιά.

–       Εμείς είμαστε αριστοκράτες από κατασκευής! του βγαίνανε οι μεν.

–       Κι εγώ με απ’ευθείας ανάθεση! τους έβγαινε ο δε .

     Αυτό το δεύτερο ήτανε που δεν έφτανε στους μεν για να κάθονται προσοχή στον δε και να του κάνουνε ρεβεράντζες. Το αποτέλεσμα ήτανε ο Κολόμβος, να μην μπορεί να κάνει δουλειά κι η αποικία να έχει καταντήσει περιπλανώμενος θίασος χωρίς όμως να περιπλανάται. Άντε τώρα να στείλει μαντάτο στους βασιλιάδες περί την πρόοδον των εργασιών εις τας αποικίας

που να χαρούνε κι αυτοί και να πούνε χαλάλι του που τον είχανε κάνει αρχιαπόλα.

     Στην απελπισία του πάλι ο δικός μας, για να δείξει πως κάτι έκανε, έπιασε πεντακόσους ιθαγενείς και τους έστειλε φορτωτική στην Ισπανία. Ήτανε λέει κάτι σαν ΠΑΟΚτζήδες αυτοί και τους εγυρεύανε οι άλλοι να τους πλακώσουνε. Για να προλάβει το κακό είπε πως τους είχε στείλει και με την ευκαιρία να σπουδάζανε τον χριστιανισμό ως «εσωτερικοί» σε τίποτα Ουρσουλίνες.

     Οι Ισπανοί τους εδεχτήκανε με ανοιχτές αγκάλες κι αμέσως τους εστρώσανε στην δουλειά που να μην τους μείνουνε περιθώρια να θυμούνται την πατρίδα τους και πέσουνε σε κατάθλιψη. ΄

     Όχι «πατρίδα» δεν επρολάβανε να θυμηθούνε μα οι φουκαράδες εξεχάσανε και το αν ήταν αθρώποι απ’ εξ αρχής τους. Προτού κλείσει χρόνος πάνω από τους μισούς είχανε ποθάνει από εξάντληση κι οι αποδέλοιποι κάνα μισάωρο αντέξανε παραπάνω και πάνε κι αυτοί.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΙ ΑΝΑΜΟΝΗ ΓΙΑ ΤΡΙΤΟ

Τα όσα γινόντουσαν στην «Ισαβέλλα» οι εκ των πλιατσικολόγων άρχοντες, ως κατ’ επάγγελμα κωλόπαιδα φροντίζανε να τα μαθαίνουνε οι βασιλιάδες, με τα δικά τους όμως τα λόγια, τα κωλοπαιδίστικα. Μεταξύ μας, έτσι που τα ‘χε σκατώσει ο Κολόμβος, δεν ήθελε και πολύ προσπάθεια να τσαντιστούνε με δαύτονα οι βασιλιάδες και να του κρατάνε μούτρα. Αυτά ο δικός μας τα ‘χε πιάσει, οπότε σου λέει δεν γίνεται να παλεύω την τοιαύτη δυσμενή κατάσταση στο εξ αποστάσεως. Ανά πάσαν στιγμήν και ώραν δεν ήθελε και πολύ να του ‘ρθει κάνα φιρμάνι που να του λέει «περάστε απ’ το ταμείο κι ευχαριστούμε δια τας υπηρεσίας σας» που ακόμα και στα παλιά τα ισπανικά πάει να πει «ένεκα που τα σκάτωσες, απολύεσαι και τα οδοιπορικά της επιστροφής δικά σου».

     Μια και δυο, που λέτε, αφήνει τον αδερφό του στο πόδι του να παριστάνει τον δήμαρχο, τον πρόεδρο, τον λιμενάρχη, τον αρχιπυροσβέστη και τον αρχιαπόλα στο επί τόπου της «Ισαβέλλας» και γυρνάει στην Ισπανία. Τηνε πέφτει στους βασιλιάδες με καλοπιάσματα και μαλαγανιές μα οι άλλοι τίποτα. Το 1496 γινόντουσαν όλα αυτά στα περί το ανάκτορο της Ισπανίας, μα και στην άλλη άκρη, στην αποικία, γινόντουσαν άλλα και χειρότερα, φουρτούνα στη στεριά, σεισμός στα παπόρια και στα κότερα. Ο αρχιαπόλα αδερφός του Κολόμβου, έψαχνε να βρει τον έλεγχο της κατάστασης, μα μόνο την κατάσταση έβρισκε σκέτη και στο χάλι της κι ο έλεγχος αλλού και μακριά.

     Και σα να μην εφτάνανε όλα αυτά μπαίνει και το 1497. Θα μου πείτε τώρα αφού ήρθεν η ώρα έπρεπε να μπει και καλά έκανε. Όταν όμως μπαίνοντας το ’97 σαλπάρει ο Τζιοβάνι Καμπότο, το πράμα αλλάζει, καθ’ όσον ο υπ’ όψιν Τζιοβάνι ως ναυτικός κι αυτός κατ’ επάγγελμα κι από χούϊ, δεν σαλπάρει από δικού του. Για λογαριασμό των Εγγλέζων σαλπάρει με πορεία κατά πάνω, που ‘χει βακαλάους και σολομούς. Κι επειδή ο Τζιοβάνι με τις πετονιές και τα δίχτυα δεν τα κατάφερνε, δεν έπιασε μπακαλιάρους μουδέ σολομούς, μόνο έπιασε Καναδά και δεν ήξερε τι να τονε κάμει.

     Με το δίκιο του τότε κι ο Κολόμβος τα πήρε στο κρανίο και μπουκάρει με το έτσι θέλω στο ανάκτορο της αλληνής.

–       Ισαβελλοτάτη… ως εδώ!

–       Πού καλέ;

     Πήρε βαθειάν ανάσα ο Χριστόφορος, φόρεσε το πιο επίσημο το ύφος, εκείνο του αρχιαπόλα και άρχισε να αναφέρει περί την κρισιμότητα της κατάστασης

–       Ευπειθώς αναφέρω ότι…. «επληροφορήθησαν πως γονιμοποιούμεθα και ενέσκηψαν κι οι ρομά»

–       Mεταφράσατε…..!

–       Έμαθαν πως πηδιόμαστε και πλακώσανε κι οι γύφτοι.

ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΤΑΞΕΙΔΙ

Η Ισαβέλλα το’πιασε το υπονοούμενο καθ ‘ όσον βασίλισσα και δουλειά της ήτανε να πιάνει τα τοιαύτα. Σου λέει δηλαδή, πάμε ν’ ανοίξουμε μαγαζί και προτού φτιάξουμε βιτρίνα πλακώνει ο κάθε Τζιοβάνι και στήνει πάγκο στο πιο κει και παραπάνω. Ανταγωνισμός εις τον ορίζοντα κι άντε να προλάβουμε.

     Έτσι, το καλοκαίρι του 1498, με συνοπτικές διαδικασίες η βασίλισσα στο αυτοπροσώπως, ετοίμασε στολίσκο, ετοίμασε και του Κολόμβου βαλιτσάκι με τρία σώβρακα, οδοντόβουρτσα, παντόφλες κι ένα πουλόβερ για την γέφυρα και τον εξεπροβόδησε. Φουσέκι έφυγε ο άλλος για απέναντι, μα το δρομολόγιο απ’ όξω το ‘χε μάθει κι αυτή τη δόση μάλιστα το τράβηξε στο ακόμα πιο νοτιοδυτικά και την 1η Αυγούστου πιάνει Βενεζουέλα. Ταμπέλα δεν είναι πουθενά οπότε, με το δίκιο του, για κάπου ανατολική Ασία το νόμισε και τι είχε να χάσει.

     Στο ψάξε όμως τον άψαχτο κι έτσι που του ‘χε γίνει χούϊ, πετυχαίνει τις εκβολές του ποταμού Ορινόκο. Τέτοιο ποτάμι δεν είχε ματαδεί ο έρμος κι έπιασε το μελέτησε, λογάριασε και το νερό που πήγαινε χαμένο και στο από δικού του έβγανε συμπέρασμα.

–       Βρήκα καινούργια ήπειρο.

–       Με γεια και καλορίζικη.

–       Η άλλη όμως η από πάνω είναι η Ασία.

–       Ότι πεις…..!

     Πάλι τα ‘χε μπλέξει ο κόπανος κι ας είναι καλά κείνα τα κοντά 10.000 χιλιόμετρα λιγότερα που ‘χε λογαριάσει την περίμετρο της γης όταν πρωτοξεκίνησε. Έξη χρόνια βολόδερνε στην Αμερική κι αυτός ακόμα την επέρναγε για Ασία με Ινδίες, Κίνες και Ιαπωνίες να μη στέκουνε σε μια μεριά να τις ανακαλύψειπου να τελειώνει.

     Χαρά που λέτε με την καινούργια του την ανακάλυψη κι άντε να γυρίσουμε στην Ισπανιόλα, να το πούμε και των αλλονών που να τους φύγει η αγωνία ή η φαγούρα που ‘χανε από καιρό.

     Με το που φτάσανε όμως στην Ισπανιόλα, δεν επρολάβανε να δέσουνε στους μόλους και τους έπιασε ένα κατακαίρι που είδανε τους γλάρους να το παίζουνε βατραχάνθρωποι κι οι μπακαλιάροι αεροπόροι. Και τότε ο Κολόμβος έβγανε συμπέρασμα κλιματολογικό.

–       Το ενθάδε κλίμα κρίνεται ως ανθυγιεινό.

–       Έξη χρόνια του πήρε αλλά το ‘πιασε ο μπαγάσας.

     Για να γλυτώσουνε που λέτε από κάτι πνευμονίες, γρίπες, συνάχια, καταρροές και κατ’ επέκτασιν κακό ψόφο, τα  μαζέψανε και κατεβήκανε κατά νοτιά. Εκεί και σε κάποια μεριά που είδανε πως δεν θα κινδυνεύανε από κακό ψόφο στήσανε καινούργια πόλη, την είπανε Σάντο Ντομίνγκο και πολύ την εχαρήκανε.

     Όσο όμως εκαμαρώνανε την καινούργια τους την πόλη και την εφτύνανε που να μην τους αβασκαθεί νάσου κι ο Βάσκο που να μην αβασκαθεί κι αυτός, αρμενίζων και περιπλέων στο από κάτωθεν της Αφρικής. Ναι, λόγω τιμής αδέρφια, όσο ο Κολόμβος εβλαστήμαγε να βρει «κονταρίδα», να κόψει δρόμο δηλαδή για τις Ινδίες κι όλο σε ντουβάρια κουτούλαγε οι Πορτογάλοι το παίξανε εκ του ασφαλούς και άνευ «κονταρίδα». Φωνάξανε τον Βάσκο ντα Γκάμα και τον ερωτήσανε στα πορτογαλέζικα

–       Είσαι;

–       Είμαι…!

     Σε άπταιστα πορτογαλέζικα κι η απάντηση καθ’ όσον κι ο Βάσκος, που να μην αβασκαθεί, εξ ίσου Πορτογάλος κι από κούνια. Κι επειδή όξω από Πορτογάλος ήτανε και θαλασσοπόρος κανονικός κι όχι από γραφείου σαν τον άλλον τον συγχωριανό του τον Ερρίκο, καβάλησε παπόρι, περιέπλευσε το κάτωθεν της Αφρικής κι έφτασε στις Ινδίες. Κι ο Κολόμβος από την άλλη είχε κωλήσει σε αδιέξοδον κι έψαχνε να βρει αν από την άλλη έπεφτε η Μαδαγασκάρη ή τα Τσελεβίνια.

     Οι Ισπανοί σκάσανε από το κακό τους που τους επρολάβανε οι Πορτογάλοι και πρωτοπήγανε στις Ινδίες κι αρχίσανε κι αλισιβερίσια και να τα πιπέρια και δώστου οι κανέλλες και τα πάσης φύσεως μπαχάρια κι όχι μόνον. Ο Φερδινάνδος το φύσαγε το πρωί κι η Ισαβέλλα το βράδυ μα που να κρυώσει. Κι από την άλλη να ‘χουνε και τον Χριστόφορο στην άλλη άκρη του κόσμου να προσπαθεί να το παίξει δήμαρχος και να μην του βγαίνει. Να το γυρνάει σε λιμενάρχης, δεν έβρισκε το λιμεναρχείο. Να πάει να το παίξει πρόεδρος και να μην βρίσκει καρέκλα. Ε, άϊ σιχτήρ που λέγανε από τότε παλιά κι οι τουρκόφωνοι Ισπανοί.

ΑΔΟΞΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Πέρα από τα διοικητικά και τα άλλα τα στεριανά που ο Κολόμβος τα ‘χε κάνει όσο πιο κουλουβάχατα μπορούσε, χωρίς διοίκηση της προκοπής οι εκείθεν Ισπανοί είχαν αρχίσει και πλακωνόντουσαν στ’ αναμετάξυ τους. Πλιάτσικο βλέπεις ήταν αυτό και στο τοιούτον υπάρχει ένας μονάχα νόμος «Όποιος προλάβει». Κι επειδή οι εκ των πλιατσικολόγων άρχοντες ήταν όλοι τους ταλέντα στο «προλαβαίνειν» εκεί να δεις κουτουλιά, δάγκωμα το αυτί και δάχτυλο στο μάτι. «Μίνι εμφύλιους» τα γράψανε οι ιστορικοί για να μην μαγαρίσουνε την ιστορία της ανακάλυψης ενός ολόκληρου Νέου Κόσμου

    Αυτά όμως τα βλέπανε κι οι ντόπιοι οι ιθαγενείς κι επειδή τέτοια δεν είχανε ξαναδεί κι ούτε τα συνηθίζανε από πρίν, τα περνάγανε για παιχνίδια των Ευρωπαίων και πολύ το διασκεδάζανε στην αρχή. Μετά όμως θέλανε να παίξουνε κι αυτοί κι οι Ισπανοί πιάσανε και τους εμάθανε το παιχνίδι που να μην γίνει κάνα λάθος και πάει στράφι το θέαμα. Κι έτσι αρχίσανε και πλακωνόντουσαν στ’ αναμετάξυ τους κι οι ιθαγενείς κι η κατάσταση, στο ένθεν κι εκατέρωθεν, ήρθε κι έδεσε στο ασορτί.

     Πάνω στην ώρα έφτασε και το βασιλικό το όρντινο να μαζέψει τα μπογαλάκια του ο Κολόμβος, να πάρει και τ’ αδερφάκι του μαζί, να αφήσει τίτλους κι επιδόματα στην ντουλάπα του δημαρχείου και να τσακιστεί να γυρίσει στην Ισπανία μην του πάρει ο διάολος τον πατέρα.

     Ο Κολόμβος δεν έφερε αντίρρηση, γιατί σου λέει με τον χαλασμό που γίνεται ‘δω χάμω δεν θέλει και πολύ να ξεφύγει καμιά στραβή και να μας βγάνει κάνα μάτι. Οπότε το 1500 πήρε τ’ αδερφάκι του και την εκάνανε νύχτα και τοίχο τοίχο για Ισπανία.

     Αυτός όμως, το ‘χε πιάσει το υπονοούμενο διότι σου λέει άμα οι βασιλιάδες μου κρατάνε τους τίτλους, μου κρατάνε τα επιδόματα, σίγουρα θα μου κρατάνε και μούτρα. Μια και δυο, λοιπόν, αριβάρει στο ανάκτορο και βαράει κουδούνι. Μούγκα οι από μέσα. Πάει από την πόρτα της κουζίνας κι η  μαγείρισσα τηγάνιζε κολιούς κι εκανε πως δεν άκουγε. Μέχρι πετραδάκια άρχισε να πετάει στα παράθυρα του δεύτερου όροφου μπας και τονε δει κανείς και του δώκει σημασία, μα τίποτα κι από κει.

     Δυο χρόνια τον είχανε στο περίμενε κι όσο αυτός επέταγε πετραδάκια στα παράθυρα του δευτέρου οι Πορτογάλοι στο κρυφίως και λάθρα είχαν αρχίσει και γυροφέρνανε στις ανατολικές ακτές της Νότιας Αμερικής. Από κοντά και για λογαριασμό των Εγγλέζων, νάσου κι ο γιόκας εκείνου του Τζιοβάνι Καμπότο που το 1497 βρήκε τον Καναδά και μετά τον εχάσαμε. Με άλλα λόγια άρχισε πάλι το βιολί με τον ανταγωνισμό και κείνο το άλλο που λέγαμε …. πως όταν εμαθεύτηκε ενέσκηψαν κι οι ρομά.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΑΞΕΙΔΙ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ

Η Βασίλισσα Ισαβέλλα με τον φόβο μην της χαλάσουνε τα αποικιακά της οι Αγγλοπορτογάλοι είπε του αλλουνού να σταματήσει να πετάει πετραδάκια στα παράθυρα και ν’ ανέβει στον δεύτερο που ήτανε η αίθουσα «θρόνου υπηρεσίας».

–       Ετοίμασε βαλίτσα

–       Τι χρώμα;

     Πήγε να της το παίξει στο τάχαμ άνετος ο άλλος, αλλά η βασίλισσα δεν εμάσαγε και του βγήκε στο πιο ξύπνιο και με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια.  Από την μια τον έστελνε να πιάσει Ινδίες από την ανατολική την μπάντα προτού τηνε προλάβουνε κι αυτήν οι Πορτογάλοι κι από την άλλην θα τονε ξεφορτωνότανε που την είχε τρελάνει με τα πετραδάκια στα παράθυρα του ανάκτορου. Έτσι το 1502 του ‘δωκε τέσσερα σαπιοκάραβα και φύλλο πορείας για Ανατολικές Ινδίες και του ‘πε «άμε στο καλό κι άμα δε μας γράφεις δε θα στεναχωρηθούμε».

     Εβγήκε στον κατήφορο ο Χριστόφορος, έφτασε Τζαμάϊκα και συνέχισε κατά κάτω μέχρι που ‘φτασε στις ακτές της Κεντρικής της Αμερικής εκεί που σήμερα είναι η Ονδούρα. Ταμπέλα δεν είναι πουθενά ‘οπότε έβγαλε πάλι δικό του συμπέρασμα.

–       Φτάσαμε στην Ινδοκίνα.

–       Ότι πεις.

     Τον Οκτώβρη του 1502 φτάνει στον Παναμά. Χωρίς ταμπέλα κι ο Παναμάς κείνα τα χρόνια, οπότε ο δικός μας με την φόρα που ‘χε πάρει στα συμπεράσματα πετάει ακόμα ένα.

–       Η Ασία έχει κι από κάτω…

–       Όποιος έχει από πάνω έχει κι από κάτω.

–       Της Ασίας όμως είναι μακρύ.

    Τι να του πεις τώρα που ‘τανε και κοτζάμ ναύαρχος. Πες το χριστιανέ μου ολόκληρο, πως το μακρύ είναι χερσόνησος σε επίπεδο ηπείρου, παρά μας πετάς ένα «από κάτω και μακρύ» κι ακούνε και μικρά παιδιά.

     Έμεινε κάμποσο κει γύρω μπας και βρει καμιά στάλα χρυσό να κουβαλήσει στους βασιλιάδες του που να γλυτώσει το καινούργιο το χέσιμο μα τζίφος. Όχι μόνο δεν εβρήκε χρυσό μα αντ’ αυτού βρήκε και τον μπελά του. Από την μια ήτανε κάποιοι από τα πληρώματα που ‘χανε μπαφιάσει και κάθε τόσο τραβάγανε και μια ψιλοανταρσία. Από την άλλη ήταν οι εκ των επί τόπου ιθαγενείς που δεν τους εγουστάρανε κι είχαν αρχίσει και τους εσημαδεύανε στο «δόξα πατρί» με πέτρες και άλλα τοιαύτα πτητικά. Οπότε κι ο δικός μας  ως ναύαρχος εκτιμόντας την επικρατούσα κατάσταση ξανάβγαλε συμπέρασμα.

–       Μάλλον που κινδυνεύουμε

–       Το μάλλον δεν χρειάζεται.

     Κι αμέσως μετά έβγαλε την απόφαση.

–       Ε… ώρα μας!

     Άντε λοιπόν να τα μαζεύουμε , προτού μας πάρει η νύχτα κι ανησυχήσουνε τα παιδιά στο σπίτι. Άνοιξη του 1503 ήτανε που σαλπάρανε, μα δεν επρόλαβε να νυχτώσει κι ότι καμάρωνε που νόμιζε πως είχε βρει τουλάχιστον το από κάτω της Ασίας νάσου τα δικά του τα από κάτω  που αρχίσανε και μπάζανε νερά. Περί τα ύφαλα των σαπιοκάραβων ο λόγος κι άντε στου τρεχαγύρευε το από κάτω να βρεις καρνάγιο για μερεμέτια κι επισκευές. Μόνο στην Ισπανιόλα γινόντουσαν τα τοιαύτα μα που να προλάβει να φτάσει κει πάνω.

     Μέχρι την Τζαμάϊκα ίδρωσε να πλησιάσει κι εκεί τον έπιασε κατακαίρι και χαλασμός. Για να γλυτώσει τότε κι αυτός το ναυάγιο μετά πνιγμών και μπουρμπουλήθραι  το ‘κατσε το καράβι στο παραλιακώς κι όπου βρήκε κι ησύχασε.

     Εκεί στην έρημη κι ακατοίκητη Τζαμάϊκα τέλειωσε άδοξα το τέταρτο ταξείδι του Κολόμβου στον Νέο Κόσμο.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

ΚΑΝΑ ΧΡΟΝΟ ΤΟΥ ΠΗΡΕ ΝΑ ΦΤΑΣΕΙ ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΟΛΑ μα κι όταν έφτασε καλύτερα να του ‘λειπε. Άθρωπος δεν του ‘δινε σημασία κι οι πιο πολλοί κάνανε πως δεν τον εξέρανε. Άσε που τίτλοι κι επιδόματα είχανε γίνει μακρινές αναμνήσεις κι ούτε για εισιτήριο, έστω και «τρίτη θέση», δεν είχε για να γυρίσει στην Ισπανία. Τελικά κάποιοι παλιοί καπεταναίοι τον ελυπηθήκανε και προς το τέλος του 1504 τον εβολέψανε «κατάστρωμα» σ’ ένα καράβι και τονε ξαποστείλανε.

     Δεν επρόλαβε να φτάσει σπίτι του, πάει κι η Ισαβέλλα. Βασίλισσα ξεβασίλισσα είχε κι αυτή ημερομηνία λήξεως όπως και αι καθ’άπασαν την ισπανικήν επικράτεια λοιπαί ισπανίδαι. Χήρος ο Φερδινάνδος και στο μαύρο πένθος, άλλη φαγούρα δεν είχε παρά να κάθεται ν’ ακούει τον κάθε Χριστόφορο και τα περί του χρυσού που τον έψαχνε κι αυτός του κρυβότανε.

–       Άσε μας ρε Χριστόφορε.

–       Μα…… να σας εξηγήσω!

     Δυο χρόνια βολόδερνε όξω από τ’ ανάκτορο, βάραγε πόρτες, την μια την καλή και την άλλη της κουζίνας, πέταγε πετραδάκια στα παράθυρα, μούγκα οι από μέσα. Ούτε βασιλιάς, ούτε αυλάρχης, ούτε σταβλάρχης κι ακόμα και κείνη η μαγείρισσα που τηγάνιζε τους κολιούς δεν εγύριζε να του δώκει σημασία.

     Μπάφιασε κάποτε ο Χριστόφορος και το 1506 επήρε των ομματιών του και πήγε στο Βαγιαδολίδ και πόθανε.

–       Ποιος Χριστόφορος;

–       Ο Κολόμβος,καλε! Αυτός που ανακάλυψε την Αμερική κι έφερε τούμπα τον κόσμο ολόκληρο.

Σημείωση: Όταν επάτησε το ποδάρι του ο Κολόμβος στην Αμερική, το 1492, ο πληθυσμός εκείνης της Νέας Γης, υπολογίζεται ότι ξεπερνούσε τα 60.000.000 ψυχές. Κάτι λίγο παραπάνω από το 10% του τότε παγκόσμιου πληθυσμού. Μέσα σε εκατό χρόνια, τα 60 εκατομύρια κατεβήκανε στα 5 με 6. Τα υπόλοιπα 55.000.000 ακόμα τα ψάχνουνε.

Print Friendly, PDF & Email
Ακολουθείστε μας:
error