Του Γήση Παπαγεωργίου

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Βγήκανε κάποτε πίσω από τους θάμνους οι εκ των επί τόπου ιθαγενείς και πλησιάσανε με προσοχή τους ακάλεστους μουσαφιρέους. Με το που τους είδανε οι Ισπανοί ετοιμαστήκανε να τα κάνουνε πάνω τους αλλά κρατηθήκανε γιατί προτιμήσανε να το παίξουνε ψύχραιμοι και να τα κάνανε αργότερα. Όταν όμως είδανε πως κι οι άλλοι δεν ήταν εχθρικοί, ξεθαρρέψανε κι αποφασίσανε να μην τα κάνουνε καθόλου(για κείνα τα πάνω τους μιλάμε). Κάνανε το κορόϊδο οι από δω, την πάπια οι από κει και ψωνίζανε ο ένας τον άλλον. Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη. Για κάμποση ώρα, κοιτάζανε οι μεν τους δε και οι δε τους μεν κι όλοι μαζί ξύνανε τις κούτρες τους κι ότι άλλο είχε ο καθένας τους για ξύσιμο.

     Πιο πολύ όμως απ’ όλους εξυνότανε ο Κολόμβος που περίμενε να είχε βγει στα πιο ανατολικά της Ασίας. Αυτοί όμως που στέκανε απέναντί του δεν εμοιάζανε ούτε για Κινέζοι ούτε για Γιαπωνέζοι αφού δεν εδείχνανε κιτρινοχλεμπονιάρηδες. Επομένως είχε αφήσει πίσω του την Κίνα και την Ιαπωνία και είχε φτάσει στις Ινδίες.

–       Κι αφού είμαστε στις Ινδίες αυτοί είναι Ινδιάνοι.

–       Τους ερώτησες;

–       Όχι, αλλά έτσι γουστάρω κι έτσι τους βαφτίζω.

–       Να σου ζήσουνε και πάντα άξιος….!!!

     Μετά ταύτα οι δυο αρχηγοί, οι ένθεν κι εκατέρωθεν αλληλοπλησιαστήκανε και πρώτος ο Κολόμβος αραδιάζει ένα μίνι λογίδριο στα Ισπανικά. Ο άλλος απ’ απέναντι δεν εκατάλαβε Χριστό, αλλά ένεκα η ευγένεια του ρίχνει ένα δικό του στα ντόπια. Στα ισπανικά ο ένας στα ντόπια ο άλλος, άρχισε να γίνεται διάλογος κι ας μην εκαταλάβαινε ο ένας τι του’ λεγε ο άλλος. Το ζητούμενο ήτανε να γίνει διάλογος γιατί δουλειά των αρχηγών είναι να μιλάνε κι ας μην καταλαβαίνονται.

     Κάποια στιγμή, βγάλανε οι Ισπανοί χάντρες, καθρεφτάκια και κάτι φτηνιάρικα σκατολοίδια, στο τάχαμ πεσκέσι, για να τους καλοπιάσουνε. Οι ντόπιοι με το που τα είδανε έτσι στο ψιλοσκουπιδέ και κακομοίρικα δαγκωθήκανε. Τους ελυπηθήκανε τόσο πολύ για την φτώχεια τους και την κακομοιριά τους που έτοιμοι ήτανε να βάλουνε τα κλάματα, αλλά κρατηθήκανε

–       Πάρτα αρχηγέ και πες κι ευχαριστώ γιατί είναι ντροπή.

     Ο αρχηγός, τα πήρε, ευχαρίστησε τον Κολόμβο κι από λύπηση αλλά κι από ευγένεια έκανε πως εχάρηκε.

–       Αρχηγέ, όχι πολλές χαρές γιατί θα μας πεθάνουνε στη χάντρα.

–       Μα δεν μπορώ σου λέω, τους λυπάμαι τους φουκαράδες.

–       ‘Νταξει, ηρέμησε. Κι εμείς τους λυπόμαστε, μόνο χαιρέτα τους τώρα και πάμε να φύγουμε προτού μας πιάσουνε όλους μαζί τα κλάματα και ξεφτιλιστούμε.

     Ψυχοπλακωμένοι τα μαζέψανε και φύγανε οι εκ των επί τόπου ιθαγενείς. Μερικοί μάλιστα που ήτανε πιο ευαίσθητοι με το που μπήκανε στην πρασινάδα και τους γύρω πυκνούς θάμνους, επλαντάξανε στο κλάμα από τις τύψεις που στην αρχή δεν τους εθέλανε κείνους τους ξενυστηκωμένους τους κακομοίρηδες. Έτσι την άλλη μέρα, καμπόσοι από δαύτους, εβάλανε τα καλά τους, στολιστήκανε και να ‘σου τους πρωινιάτικα στην αμμουδιά με τα δικά τους τα δώρα. Τους εδώκανε μερικά ακόντια για να ‘΄χουνε όπλα της προκοπής, βαμβάκι να πιάσουνε να φτιάξουνε κάνα ρούχο που να μη φοράνε τις λαμαρίνες και να σκουριάζουνε οι αμασχάλες τους και παπαγάλους που μιλάγανε όμως μόνο τα ντόπια. Τίποτα φανταχτερό και χλιδάτο δηλαδή που να μην τους φέρουνε σε δύσκολη θέση  τους άλλους με τις χάντρες και τα φτηνοτζάτζαλα.

     Έλα όμως που με τα καλά τους οι ντόπιοι είχανε βάνει και τα στολίδια τους τα Κυριακάτικα και με το που τους εβάρεσε ο ήλιος από την ανατολή, άστραψε το χρυσαφικό κι αρχίσανε οι Ισπανοί να βαράνε καταρράκτη επ’ αμφοτέρων των οφθαλμών οι ναύτες και ωχρά κηλίδα οι αξιωματικοί.

–       Να τους δώκουμε χάντρες να μας φέρουνε τέτοιο……!

–       Κάντε την πάπια. Θα βρούμε την πηγή να τους τ’ αρπάξουμε ΟΛΟ!!!

ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Μήνα και παραπάνω μείνανε στο Σαν Σαλβαδόρ ο Κολόμβος κι οι Ισπανοί του αντάμα, φάγανε φρούτα και ζαρζαβατικά να ξεσκορβουτιάσουνε, γεμίσανε τ’ αμπάρια τους είδη και προϊόντα της αρπαχτής κι ετοιμαστήκανε για παραπέρα. Με το που σαλπάρανε για το παραπέρα, ο Κολόμβος έπιασε κι έγραψε στο ημερολόγιο του καραβιού:

–       «Κοροϊδάρες οι ιθαγενείς. Ντερέκια από την μια, αγαθιάρηδες από την άλλη. Τους δίνεις χάντρες και τους παίρνεις και τα σώβρακα. Από όπλα δεν έχουνε χαμπάρι και μόνο κάτι καλάμια έχουνε για δόρατα. Σιδερικό δεν έχουνε δει ούτε στον ύπνο τους. Ότι πρέπει για να τους βάλουμε να δουλεύουνε για την πάρτη μας. Με πενήντα δικούς μας φαντάρους τους μαντρώνουμε όλους και τους κάνουμε ότι θέλουμε.»

     Συνεχίσανε ν’ αρμενίζουνε σίγουροι πως ευρισκόντουσαν ανοιχτά από τα κάποια παράλια της Ασίας και κάποτε φτάσανε κι εκεί που σήμερα είναι η Κούβα. Βγήκανε, την επατήσανε κι αυτήν μα φαίνεται δεν τους άρεσε και συνεχίσανε παραδίπλα στην σημερινή την Αϊτή. Επειδή ο Κολόμβος δεν ήξερε πως αργότερα θα την ελέγανε έτσι, την εβάφτισε Ισπανιόλα γιατί έτσι του ‘ρθε.

     Στις 24 του Δεκέμβρη, παραμονή Χριστουγέννων του 1492 σηκωθήκανε και φύγανε από την Ισπανιόλα για να πάνε να βρούνε κουραμπιέδες και μελομακάρονα. Δεν επρολάβανε να φτάσουνε στην επόμενη την γωνιά κι η ναυαρχίδα, η Σάντα Μαρία, σταμάτησε απότομα. Όχι όμως ολόκληρη. Το κάτωθεν της ισάλου σταμάτησε γιατί βάρεσε ύφαλο και το άνωθεν αυτής έφτασε και λίγο παραπέρα. Όπως όμως γνωριζομεν από τα ναυτικάς επιστήμας όταν ένα παπόρι είναι καραβέλα κι όχι αποβατικό, άμα του πιάσει πάτο το ύφαλο, παράγονται κολυμπηθρόξυλα επιπλέοντα εις τον αφρόν της θάλασσας. Άντε και Καλό Χριστούγεννο.

     Κι ανάθεμά τα για Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιές που αντί για βασιλόπιττες και κουραμπιέδες μαζέβανε τα κολυμπηθρόξυλα γιατί βλέπεις ο άλλος ως ναύαρχος την καραβέλα την είχε χρεωθεί. Κι επειδή όπως γνωρίζουμε από την Ναυπηγικήν Επιστήμην από κολυμπηθρόξυλο δεν γίνεται να προκύψει παπόρι, είπε στους ναύτες του, ο δικός σου και φτιάξανε ένα αυθαίρετο. Μετά έπιασε 39 φουκαράδες από το πλήρωμα που ‘χανε μπαφιάσει να βολοδέρνουνε στα πέλαγα και τους έβανε να παριστάνουνε λέει την φρουρά στο οχυρό κι ο Θεός να το κάνει. Έτσι ιδρύθηκε στον Νέο Κόσμο η πρώτη αποικία, ο Θεός να τηνε κάνει κι αυτήν.

     Στο μεταξύ ο καπετάνιος του «Πίντα», όταν ο Κολόμβος ετράκαρε, έκανε πως εκοίταγε αλλού και την εκοπάνησε. Μοναχοφαγάς το κωλόπαιδο ήθελε να φτιαχτεί μόνος του με τον χρυσό, αλλά δεν του βγήκε. Έτσι, ανήμερα τα Φώτα του 1493, τον επέτυχε ο Κολόμβος με το μικρό το «Νίνια» που ‘χε κάνει τώρα ναυαρχίδα του κι αφού του τράβηξε ένα πατόκορφο χέσιμο συνεχίσανε όλοι μαζί αντάμα κι αγαπημένοι να ψάχνουνε για χρυσό.  Επειδή όμως ο χρυσός τους εκρυβότανε τα μαζέψανε και βάλανε πλώρη για το Πάλος.

ΣΤΟ ΠΑΛΟΣ ΧΑΡΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ

Ο Μάρτης του 1493 είχε μπεί όταν εμπήκανε στο Πάλος τα υπόλοιπα κείνου του «Στόλου παρά κάτι» φορτωμένα μέχρι τα μπούνια με τα όσα είχανε πλιατσικολογήσει από την καινούργια την γη που ‘χανε ανακαλύψει. Πέρα όμως από το πλιάτσικο και τα υπόλοιπα υποσχόμενα και μελλοντικά αναμενόμενα αυτό που μέτραγε άλλο τόσο ήτανε που την είχανε σπάσει στους Πορτογάλους. Οι Ισπανοί δια του Κολόμβου και των καραβελών του είχανε φτάσει σε δυο μήνες εκεί που οι άλλοι θέλανε χρόνο και βάλε να το ψάχνουνε στο από κάτω της Αφρικής. Αυτό πολύ τους επόνεσε τους Πορτογάλους και προσωρινώς τα μαζέψανε από τις θάλασσες και το γυρίσανε στην μελέτη της λαχανίδας και άλλα τοιαύτα αγροτοκτηνοτροφικά.

     Χαρές και πανηγύρια λοιπόν στο Πάλος, τράπεζες δημόσια καταστήματα κλειστά και σημαιοστολισμός κεντρικών οδών σε επίπεδο μπαλκονιών και παραθύρων.(Σημαίες μόνο στα δίφυλλα, στα μονόφυλλα κορδέλες). Πολύ πανηγύρι σας λέω. Ούτε κύπελλο της UEFA να ΄χε πάρει.

     Καμαρωτός ο Κολόμβος εχαιρέταγε τα πλήθη τα αλαλάζοντα από την ΄γέφυρα του «Νίνια», που μεταξύ μας γραμμένο τον είχανε και το παίζανε αλαλάζοντα για τον χαβαλέ. Από την άλλη πάλι, σου λέει ο άλλος ο εκ του πλήθους, καινούργια πηγή πλιάτσικου ανεκαλύφθει όλο και κάνα ψιχουλάκι θα περισσέψει και για το χύδην πόπολο. Δώστου λοιπόν χαρές τα αλαλάζοντα, δώστου καμάρι και χαιρετούρες ο Κολόμβος.

     Έδεσε κάποτε το υπόλοιπο κείνου του «Στόλου παρά κάτι» στον προβλήτα των επισήμων του λιμανιού του Πάλος κι ο Κολόμβος εξεκίνησε ποδαράτι για τ’ ανάκτορο. Στο καθ’ οδόν μαζί με τις χαιρετούρες και τους αλαλαγμούς εμάζευε τίτλους, εμάζευε θέσεις και βαθμούς κι εμάζευε κι επιδόματα. Στην αρχή τον εβάνανε στην αριστοκρατία της Ισπανίας, μετά του κοτσάρανε το «δον» πριν από τ’ όνομά του, με το που έστριψε στην πρώτη γωνιά τον εκάμανε αρχιναύαρχο, όξω από τον φούρνο τον εκάμανε αντιβασιλιά στα εδάφη που βρήκε και μετά αρχίσανε τα επιδόματα. Τόσα για οδοιπορικά και εκτός έδρας, τόσα για βαρέα ανθυγιεινά, επίδομα στολής και τσόντα επίδομα υποβρυχιακό που ‘χε βουλιάξει στην Ισπανιόλα και κάποια άλλα που ‘χανε τότε οι ευγενείς για να μοιράζονται στ’ αναμετάξυ τους τους φόρους του κοσμάκη.

     Όταν ετελειώσανε τα επίσημα της υποδοχής και τα νταβαντούρια, καθίσανε οι βασιλιάδες με τον Κολόμβο να δούνε τι είχε βγει απ’ αυτό το ταξείδι. Από κοντά είχε κουβαληθεί κι ο Υπουργός ο αρμόδιος περί τα πλιάτσικα για να κρατάει σημειώσεις και να βγάλει τον λογαριασμό.

–       Από χρυσό τι μας έφερες; άρχισε η Ισαβέλλα.

–       Έφερα, πατάτες, ντομάτες, πιπεριές…..

–       Άσε το μπριάμ και πιάσε τον χρυσό.

–       … έφερα και ταμπάκο…

–       Δώστο στο περίπτερο…

–       … κι έναν παπαγάλο..

–       Λέγε τι έγινε με τον χρυσό γιατί θα σε πλακώσω…

–       … κάτι πολύ λίγο. Πού να χωρέσει με τόσα ζαρζαβατικά;

     Η Ισαβέλλα έκανε υπομονή αλλά με το τελευταίο περί τα ζαρζαβατικά έναντι του χρυσού δεν άντεξε και ξέσπασε.

–       Σου δίνουμε καραβέλα, τηνε κάνεις υποβρύχιο, σε στέλνουμε να κάνεις αποικία κι εσύ κάνεις αυθαίρετο, σε στέλνουμε στην Κίνα, πας λαϊκή, σε στέλνουμε για χρυσό ν’ ανοίξεις τράπεζα, ανοίγεις μανάβικο….

–       Και τα ταψιά; πετάει με κακία ο Υπουργός.

–       Ποια ταψιά;

–       Τα ταψιά του μπακλαβά που αντάλλαξες στα Κανάρια με τους σβίνγκους.

(συνεχίζεται)

Print Friendly, PDF & Email
Ακολουθείστε μας:
error