Του Γηση Παπαγεωργίου

ΑΜΕΡΙΚΗ ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΣΑΣ

Στις 07.31 εβγήκεν ο ήλιος από την Ανατολή, βάρεσε λοστρόμους, ναύτες και καπεταναίους στον σβέρκο και τους εξύπνησεν ευκόλως και παραχρήμα καθ’ όσον εκοιμόντουσαν με τα μάτια στην θέση «ανοιχτό» και γουρλωμένα. Απέναντί τους έστεκε νήσος καταπράσινη και κάπου εντός της καταπρασινάδας υπήρχαν χαμαί κι οι καβαλίνες εκ του βοοειδούς που ακόμα βρωμοκοπούσανε κι ας μην εφύσαγε πλέον άνεμος δυτικός.

–       ΓΗ…!!! φώναξαν όλοι μαζί αντάμα και τρέξανε στον Κολόμβο για τον «Τσελεμεντέ»

     Ο Κολόμβος, τηρώντας την υπόσχεσή του, έδωκε του καθεμιανού από ένα φύλλο και του μείνανε τα «περιεχόμενα» κι άλλα δυο φύλλα που γράφανε περί τα γιουβαρλάκια και τα εξ αυτών οφέλη δια την ανθρωπότητα.

     Η Αμερική είχεν ανακαλυφτεί κι ας μην την ελέγανε ακόμα Αμερική. Ήτανε Σάββατο 12 Οκτωβρίου του 1492 , Αγίου Βαλαντίου του ασκητού και μεγάλη η χάρη του κι αυτουνού κι ας μην τον έχουμε ξανακούσει. Ο Κολόμβος, στημένος ακούνητος στην γέφυρα της ναυαρχίδας του, ο Θεός να τηνε κάμει, αγνάντευε την εξ απεναντίας του καταπρασινάδα και δεν εχόρταινε να ρουφάει την μπόχα από τις εκ βοοειδών καβαλίνες. Με κείνα τα γύρω στα 10.000 χιλιόμετρα λιγότερα που ‘χε λογαριάσει την περίμετρο της γης, ήτανε σίγουρος πως ευρισκότανε εν όρμω Ασίας. Αν τώρα αυτό ήτανε Κίνα, Ινδίες ή Ιαπωνία, ολίγον που τον έκοφτε. Στο κάτω κάτω, νωρίς ήταν ακόμα κι οι αθρώποι, ανεξαρτήτως χρώματος και μορφής, θα κοιμόντουσαν.

     Αφού ξημέρωσε για τα καλά είπανε να ετοιμάσουνε την κουστοδία που θα έβγαινε να πρωτοπατήσει στην καινούργια την γη που να γίνει κι η ανακάλυψη στα επίσημα. Ετοιμάστηκε ο Στόλαρχος, οι δυο καπεταναίοι και καμπόσοι ναύτες, εβάνανε τα κατά καλά τους απ’ αυτά τα φορτωμένα με χρυσά, φτερά και τζάτζαλα, πήρανε σημαίες, λάβαρα και κάνα δυο ντουφεκάκια στο καλού κακού, μπήκανε στις βάρκες και ξεκινήσανε. Από πιο πριν ο Κολόμβος τους είχε προειδοποιήσει:

–       Όποιος κερατάς τολμήσει να πατήσει πριν από μένα το ποδάρι του στην στεριά, να το αφήσει εκεί γιατί δεν θα του ξαναχρειαστεί.

     Αρχίσανε το κουπί αλλά ένεκα η περιέργεια κι η ανυπομονησία το πιάσανε στην πιλάλα και δεν επρολάβανε να κάνουνε ανάποδα όταν εφτάσανε στην αμμουδιά. Καρφώθηκε που λέτε η πρώτη βάρκα με φόρα στην Αμερική, που γινήκανε ένα μάτσο, ναυάρχοι, φτερά, λάβαρα κι οι ναύτες με τα καλά τους. Επέσανε κάποια από κείνα τα σεξουαλικά που συνηθίζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, αλλά τέλος πάντων, τέτοιες ώρες αυτά δεν μετράνε.

    Πρώτος επάτησε την καινούργια την Γη ο Κολόμβος. Αν τώρα την επάτησε πρώτα με το δεξί ή με τ’ αριστερό, αι γνώμαι διχάζονται. Αυτές όμως οι διαφορετικές γνώμες, εχωρίσανε από τότε τον κόσμο σε δύο κοινωνικοπολιτικές κατηγορίες. Αυτοί δηλαδή που λένε πως η Αμερική βρέθηκε τότε από τον Κολόμβο και οποία η τύχη της ανθρωπότητος, πιστεύουνε ότι πάτησε με το δεξί και πήγε γούρι. Αυτούς όλους μέχρι και σήμερα τους λέμε «Δεξιούς». Οι άλλοι πάλι, που λένε ανάθεμά την ώρα που βρέθηκε κι αυτή κι οι Αμερικάνοι της, λένε ότι πάτησε πρώτα με το αριστερό ο κατσικοπόδαρος και τραβάμε παγκοσμίως των παθών μας τον τάραχο. Αυτούς όλους μέχρι σήμερα τους λέμε Αριστερούς» 

     Πάτησε που λέτε πρώτος ο Κολόμβος στην Νέα Γη με το ένα από τα δυο ποδάρια του κι όταν αργότερα έφερε και το άλλο δίπλα, βγήκανε πίσω του κι οι αποδέλοιποι με τις σημαίες και τα λάβαρα. Αφού καρφώσανε στην αμμουδιά ότι καρφωνότανε απ’ αυτά που κουβαλάγανε, πέσανε μπρούμυτα κι αρχίσανε και φιλάγανε τα βότσαλα, τα φύκια και τις αχιβάδες. Ο Κολόμβος δεν εμπρουμούτισε καθ’ όσον Ναύαρχος, αλλά γονάτισε ευλαβώς, έβανε το δεξί το χέρι στην καρδιά, πάλι ευλαβώς, ενώ με το αριστερό κρατούσε το παλούκι με την σημαία της Ισπανίας. Επήρε βαθειάν ανάσα κι απευθυνόμενος στην απέναντι πρασινάδα έριξε την επίσημη αναγγελία της ανακάλυψης.

–       Σε καταλαμβάνω με το δικαίωμα της ανακάλυψης για λογαριασμό των βασιλιάδων της Ισπανίας

     Η πρασινάδα ως ήτο φυσικόν και αναμενόμενον δεν απάντησε, οπότε ο άλλος εξεθάρρεψε και συνέχισε να λέει τα δικά του περί την ανακάλυψη, την κατάκτηση και με γεια μας το καινούργιο μας χωράφι. Αυτά όλα τα έλεγε σίγουρος πως είχε φτάσει κατά Ασία μεριά, αφού έτσι του ‘βγαινε με κείνα τα περίπου 10.000 χιλιόμετρα λιγότερο που ‘χε λογαριάσει την περίμετρο της γης. Με την φόρα μάλιστα που ‘χε πάρει τραβάει κι ένα βάφτισμα της περιοχής και τηνε λέει San Salvador, Άγιο Σώστη δηλαδή κι ένεκα που ‘χανε φτάσει κει πέρα ζωντανοί. Κι αυτό στο από δικού του και χωρίς να κάνει τον κόπο να σκεφτεί ότι μπορεί οι κάποιοι ντόπιοι το χωράφι να το λέγανε αλλιώς μια κι ήτανε δικό τους.

     Αφού τελείωσε το τελετουργικό της ανακάλυψης – κατάκτησης της Αμερικής που δεν την ελέγανε ακόμα Αμερική, ο Κολόμβος την έστησε σε μια μεριά, παρά την πρασινάδα κι επερίμενε να σκάσουνε μύτη οι εκ των επί τόπου Κινέζοι ή Γιαπωνέζοι για τα καλωσορίσματα. Στα πληρώματα έδωκε δίωρη άδεια άνευ αποδοχών «δια κολύμβησιν και λοιπάς αθλοπαιδιάς». Ξαμοληθήκανε που λέτε τα Ισπανάκια στις αμμουδιές και τους αιγιαλούς της Ανατολικής Ασίας που την ενομίζανε και τρέχανε πάνω κάτω σαν τα ζαβά. Έχετε δει πιτσιρικά από την Κυψέλη πως κάνει όταν με το που κλείνουνε τα σχολειά τονε κατεβάζει η μάνα του στην Ανάβυσσο; Έτσι ξεσαλώνανε και τα Ισπανάκια. Κι όσοι βουτάγανε στη θάλασσα, με το μπλούμ, αφήνανε κάτι σαν πετρελαιοκηλίδα γύρω τους και κάποια ψαράκια, από τα πολύ μικρά αυτά τα μέχρι τέσσερεις πόντους εβγαίνανε τουμπανιασμένα στον αφρό κι ανάσκελα. Ητανε βλέπετε που σε κείνα τα καΐκια, ένεκα το περιορισμένο του χώρου, δεν εβάζανε  ντουζιέρες και λουτρά. Και χώρο όμως περισσότερο να είχανε, το τελευταίο που τους έκοφτε ήτανε να βάνουνε μπανιέρες αφού το πλύσιμο δεν ήτανε και πολύ έθιμο στην τότε πολιτισμένη Ευρώπη. 

ΟΙ ΕΚ ΤΩΝ ΕΠΙ ΤΟΠΟΥ

Κρυμένοι μέσα στις πρασινάδες κάποιοι εκ των επί τόπου ιθαγενών εβλέπανε τους άλλους και τα όσα κάμανε στην αμμουδιά και δεν επιστεύανε στα μάτια τους. Από πιο νωρίς είχαν ακούσει τις φωνές και τον σαματά μα δεν εδώσανε σημασία

–       Λαϊκή θα έχει! είπανε στην αρχή.

–       Καλέ ποια λαϊκή Σαββατιάτικα.

–       Χθές δεν ήτανε που πήραμε και τους κολιούς?

     Κουβέντα στην κουβέντα, είπανε να πεταχτούνε να ρίξουνε μια ματιά και το πολύ να ξαναπαίρνανε κάνα κιλό κολιούς. Όταν όμως επλησιάσανε κι αρχίσανε κι ακούγανε φωνές και κουβέντες στα ισπανικά τα ακαταλαβίστικα, κωλώσανε κάπως κι είπανε, για λόγους ασφαλείας, να πλησιάσουνε αλλά σε κατάσταση κι αμφίεση πολεμικής παραλλαγής. Έτσι οι πιο αδύνατοι κρεμαστήκανε σε κλαριά και σε στάσεις και θέσεις «φρούτα εποχής» κι οι αποδέλοιποι κοτσάρανε στα κεφάλια τους φτερά πράσινα και στο χαμαί και μπρούμυτο το παίζανε μπρόκολα και λαχανίδες.

     Σαν είδανε τους Ισπανούς ετρομάξανε στην αρχή με τα όσα κάνανε κι αυτά που φοράγανε. Και καλά αυτοί που πλατσαρίζανε στο νερό. Ξεβράκωτοι πλατσαρίζανε και στο ξεβράκωτο δείχνει ο άλλος την αθρωπιά του. Ήταν όμως και κάποιοι με τα κράνη τους και τους τενεκεδένιους θώρακες που οι εκ των επί τόπου ιθαγενείς πρώτη φορά βλέπανε θερμοσίφωνες κι εκεί ήτανε που ‘χανε μπερδευτεί.

–       Αυτοί μας ελείπανε! μουρμούρισε ο αρχηγός τους.

     Μεγάλη κουβέντα αυτή που ειπώθηκε για τους πρώτους Ευρωπαίους που πατάγανε στη Νέα Γη και κακώς δεν την αναφέρουνε οι ιστορικοί. Μαζευτήκανε τότε ένα γύρω και πίσω από τους θάμνους οι εκ των επι τόπου επικεφαλής και στήσανε συμβούλιο για την αντιμετώπιση της εκτάκτου αυτής καταστάσεως.

–       Να τους διώξουμε! πρότεινε ο αρχηγός.

–       Έλα ρε αρχηγέ! Αμαρτία είναι.

–       Αμαρτία ξεαμαρτία, εγώ πάντως δεν τους γουστάρω.

–       Τρεις κι ο κούκος είναι. Τι θα μας κάνουνε?

–       Αφού ήρθανε τρεις, θα ‘ρθουνε κι άλλοι τρεις και μετά πολλοί τρεις και μετά θα πλακώσουνε κι οι μπουλντόζες.

     Τελικά τους ελυπηθήκανε που τους εβλέπανε έτσι ταλαιπωρημένους κι αποφασίσανε να τους πλησιάσουνε με το μαλακό κι άμα δεν τους αγριεύανε να τους ταΐσουνε που να  φτιάξει μια στάλα το χρώμα τους κι από Δευτέρα βλέπανε. Ο αρχηγός τους όμως διατηρούσε τις επιφυλάξεις του.

–       Τον πεινασμένο άμα τονε ταΐσεις ποτέ δεν θα στο συγχωρέσει.

 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

Print Friendly, PDF & Email
Ακολουθείστε μας:
error