Του Γήση Παπαγεωργίου

Ο ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΟΛΟΜΒΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ …. ΚΑΤΑ ΛΑΘΟΣ… ΓΙΑ ΑΛΛΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΕ, ΑΛΛΟΥ ΒΓΗΚΕ ΚΑΙ ΜΕΧΡΙ ΠΟΥ ΠΟΘΑΝΕ ΑΝΑΘΕΜΑ ΜΕ ΑΝ ΕΚΑΤΑΛΑΒΕ ΤΙ ΗΤΑΝ ΑΥΤΟ ΤΟ «ΑΛΛΟΥ» ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΕ ΠΩΣ ΕΙΧΕ ΒΡΕΙ. ΑΥΤΟ ΟΜΩΣ ΠΟΥ ΣΙΓΟΥΡΑ ΕΙΧΕ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΉΤΑΝΕ ΟΤΙ, ΜΕ ΟΠΟΙΟ ΚΙ ΑΝ ΗΤΑΝΕ ΑΥΤΟ ΤΟ «ΑΛΛΟΥ», ΞΗΜΕΡΩΝΕ ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ. ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΘΑ ‘ΦΕΡΝΕ ΤΑ ΠΑΝΩ ΚΑΤΩ ΚΑΙ ΤΟΥΜΠΑΛΙΝ ΣΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟΝ ΤΟΤΕ ΚΟΣΜΟ. ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΞΕΡΑΝΕ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟΝ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΨΑΧΝΑΝΕ.

Η ΑΜΕΡΙΚΗ ΠΡΟΤΟΥ ΠΡΟΚΥΨΕΙ ΤΟΙΑΥΤΗ

   Στην Ευρώπη, στην Ασία, στην Αφρική και στην Αυστραλία, ξαμολιόντουσαν κατά καιρούς κάποιοι επιστήμονες, ξεκουρκουτεύανε το χώμα και μαζεύανε κόκκαλα αθρώπινα και τα μελετάγανε. Τα μετράγανε, τα ζυγίζανε, τα περνάγανε από ακτίνες κι από γενεές δεκατέσσερες και βγάζανε την ηλικία τους. Κι όταν μιλάμε για «ηλικία» δεν πάει να πει πως εβγάζανε πόσο χρονώ ήταν ο μακαρίτης όταν αποφάσισε να το παίξει κόκκαλο. Αυτό που βγάζανε ήτανε το πριν από πόσα χρόνια, πόσες χιλιάδες χρόνια, αυτά τα κόκκαλα μαζί με κρέας κι ότι άλλο προβλέπεται, ήτανε άτομο εν ζωή και σε πλήρη λειτουργία. Έτσι που λέτε, αυτοί οι κοκκαλολόγοι, βγάλανε το συμπέρασμα πως στην Ευρώπη και τα υπόλοιπα τα μέρη που είπαμε παραπάνω, κυκλοφορούσανε αθρώποι πριν από πενήντα χιλιάδες χρόνια και βάλε.

     Όταν εβρήκε ο Κολόμβος την Αμερική και μετά που την έμαθε κι όλος ο τότε κόσμος, είπανε οι εκεί, αυτοί που είχανε γίνει Αμερικάνοι, πως δεν γίνεται κοτζάμ ήπειρος και να μην είχε κάποιους αθρώπους από παληά.

–       Πόσο παληά;

–       Ψάχτε το.

Φωνάξανε λοιπόν τους κοκκαλολόγους, εμαζέψανε καύκαλα, βρήκανε λεκάνες, σπάλες, καλάμια, παϊδάκια και τα βάνανε στα αρμόδια μηχανήματα. Και τα αρμόδια μηχανήματα ή γελάγανε ή τα πετάγανε όξω.

–       Γιατί ρε μηχάνημα το ξωπετάς το οστούν;

–       Είναι φρέσκο.

–       Και η γνάθος;

–       Έχει σφράγισμα

Οι άλλοι όμως είχανε φαγωθεί να βρούνε ρίζες εκ της αρχαιότητος, οπότε μαζέψανε πάλι εφτά τακίμια κόκκαλα, τα βάνανε στα μηχανήματα και τ’ αφήσανε να πάρουνε και δεύτερη βράση που να σιγουρευτούνε. Κι αυτή τη φορά τα μηχανήματα το είπανε.

–       Το πολύ 6 – 7000 χρόνια πριν χωρίς «και βάλε»

–       Μόνο;

–       Και πολύ σας.

    Δηλαδή, σου λένε τώρα οι κοκκαλολόγοι, πως σ’ αυτά τα 50.000 χρόνια πριν και βάλε, δεν εβρέθηκε ένας χριστιανός, να πεταχτεί κατά κεί, ν’ αφήσει τα κοκκαλάκια του και να φύγει? Κοτζάμ οικόπεδο στα αζήτητα μέχρι προχτές, ένθα το «προχτές» κρατάει 6 – 7000 χρόνια πριν, χωρίς «και βάλε». Κι επειδή η επιστήμη άμα πάρει φόρα δεν σταματάει, έρχεται τώρα και σου πετάει και το δεύτερο που σε κουφαίνει. Σου λέει, δηλαδή, πως ενώ στην Ευρώπη και στις άλλες που λέγαμε, οι αθρώποι ήτανε αυτοφυείς όπως και το σπανάκι, στην Αμερική ήτανε στο αλλιώς.

–       Δεν είχε σπανάκι η αρχαία Αμερική;

–       Σπανάκι είχε και μπόλικο. Αρχαίους όμως δεν είχε.

–       Κρίμα το σπανάκι

    Εισαγόμενοι ήταν οι αρχαίοι Αμερικάνοι, που πάει να πει πως προτού αμερικανιάσουνε ήταν αθρώποι κανονικοί από τον κανονικό τον κόσμο και μάλιστα Ασιάτες. Εμείς όμως ξέρουμε πως ο τότε κόσμος ο κανονικός ήτανε τάβλα και κάπου μετά την παρακάτω την γωνιά τελείωνε. Οπότε, ευλόγως γεννάται το ερώτημα, πού στο διάολο βρεθήκανε οι Ασιάτες πέρα από την παρακάτω την γωνιά και μάλιστα άλλοι από τα πάνω κι άλλοι από τα κάτω της Αμερικής.

     Για τους από πάνω, οι αρμόδιοι επιστήμονες, λένε πως το ξεκινήσανε από Μογγόλοι, ανεβήκανε κατά Σιβηρία μεριά κι όσοι δεν εβγάλανε χιονίστρες εφτάσανε στον Βερίγγειο Πορθμό. Ο τοιούτος πορθμός, ως Βερίγγειος που ήτανε από παληά, είχε και κάτι νησάκια που τον χειμώνα πάγωνε μέχρι κι η υφαλοκρηπίδα τους. Έτσι, όποιος επήγαινε να τονε περάσει, τον επέρναγε ποδαράτι ή και τσουλήθρα άμα ήθελε να το διασκεδάσει.

     Με έναν από τους δυο ή και με τους δυο τρόπους τον επεράσανε οι κάποιοι Μογγόλοι,  βγήκανε στην Αλάσκα και γινήκανε αρχαίοι Αμερικάνοι. Κοτσάρανε στα κεφάλια τους φτερά από γαλόπουλα και άλλα πουλερικά και κατεβήκανε Καναδά κι ολίγον παρακάτω. Αργότερα το ολίγον παρακάτω έγινε πιο παρακάτω κι όσο παρακάτω γουστάρανε αφού στο κάτω κάτω αυτοί πρωτοπατήσανε και στο παραπάνω και στο παρακάτω, οπότε δικές τους οι πατημασιές δικό τους και το χωράφι.

     Κοινωνικοπολιτικοθρησκευτικοοικονομικοσεξουαλικά το κρατήσανε στο ημιάγριο κι όταν αγριεύανε στο πολύ άγριο. Μετά που γινήκανε πολλοί χωριστήκανε σε φυλές για να μετράνε κεφάλια πιο εύκολα κι έτσι προκύψανε οι Μοϊκανοί, οι Σιου, Απάτσι, Κρόου και άλλα τέτοια σαν και τα δικά μας ΑΕΚ, ΠΑΟΚ, ΟΣΦΠ και Πλατανιάς. 

      Αυτούς, που τότε δεν τους ελέγανε ακόμα Αμερικάνους, τους επετύχανε αργότερα οι κατσαπλιάδες της πολιτισμένης Ευρώπης, τους είπανε «ερυθρόδερμους» και μετά τους εξεκάνανε. Για τους άλλους τους από κάτω, λένε πως είχανε περάσει τον Ειρηνικό με σχεδίες και στο καθ’ οδόν τους άντε να πήρανε σβάρνα και κάνα Πολυνήσιο. Αυτοί πάλι, εκεί που βγήκανε στο πιο κάτω από το παρακάτω των αλλονών, το γυρίσανε στο αλλιώς έως πολύ αλλιώτικα. Κι επειδή φαίνεται πως αυτοί μετράγανε χωρίς δυσκολία και πάνω από το 487 δεν εχρειάστηκε να χωριστούνε σε φυλές και να βολοδέρνουνε από τον κάμπο στο βουνό και τούμπαλιν. Στεριώσανε όπου βρήκανε καλύτερα και μέχρι κι αυτοκρατορίες εφτιάξανε με κάτι πολιτισμούς που αργότερα, οι κατσαπλιάδες της πολιτισμένης Ευρώπης, όσο και να το ψάχνανε δε μπορούσανε να τους καταλάβουνε. Γι’ αυτό και τους εξεκάνανε κι αυτούς.

     Κάπως έτσι ήτανε τα πράματα στην αρχαία την Αμερική πριν από 6 -7000  χρόνια χωρίς «και βάλε». Φυλές από την μια, αυτοκρατορίες από την άλλη με τα χούγια τους, τα φτερά τους, τις ντομάτες τους, το ταμπάκο τους, το καλαμπόκι, τις γαλοπούλες, τα βουβάλια κι από χρυσό άλλο τίποτα. Τόσο πολύ είχανε που δεν εξέρανε τι να τον εκάνουνε κι εφτιάχνανε μεντεσέδες για τα πορτοπαράθυρά τους. Και τότε, ανοιχτά στο πέλαγος, εφάνηκε κι ο Κολόμβος .

Ο ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ

    Ο Χριστόφορος Κολόμβος εγεννήθηκε το 1451, μπορεί όμως και το 1446, μπορεί τον Αύγουστο μπορεί όμως και τον Οκτώβριο, μπορεί όμως και κάπου ανάμεσα. Σίγουρα όμως εγεννήθηκε στην Γένοβα.

    Στην αρχή τον εφωνάζανε Κριστομπάλ. Τέτοιο όνομα δεν έχουμε στα ελληνικά, μα αν είχαμε θα ήτανε Χριστόμπαλος. Το αντίθετο δηλαδή από το ατσούμπαλος ή ανατσούμπαλος. Αυτό φαίνεται κάποιος θα το σφύριξε του μπαμπά του και το «Χριστόμπαλος» τ’ αλλάξανε και το κάνανε «Χριστόφορος» που να μπορεί το παιδί να κυκλοφοράει στους δρόμους.

     Όταν ήτανε μικρός, τότε που τον ελέγανε ακόμα Χριστόμπαλο, τον είχανε πάει μια δόση βόλτα στην αμμουδιά και με το που είδε την θάλασσα, έπαθε την πλάκα του το παιδί. Γούρλωσε το ματάκι του κι έτοιμος ήτανε να γιουρουντίσει στο νερό μα μπουσούλαγε ακόμα κι έτσι τον επρολάβανε. Από τότε, σε ζωγραφιά έβλεπε πέλαγος κι όρμαγε να βουτήξει. Αφού κι η πρώτη λέξη που είπε ως μωρό ήτανε «θάλασσα» και μετά έμαθε να λέει «σκατά» σαν όλα τα παιδιά του κόσμου.

     Τον μπαμπά του στην αρχή τον ελέγανε Κολόν και μετά το γύρισε σε Κολόμβος. Αυτός πάλι την θάλασσα ούτε να τηνε δει ούτε να την ακούσει κι ούτε για μπάνια πήγαινε το καλοκαίρι. Του ‘πεφτε, λέει, πολύ αλμυρή και φοβότανε μην λυσσάξει. Υφαντουργός ήτανε κι επειδή μόνο αυτό ήξερε να κάνει, όταν εμεγάλωσε μια στάλα ο Χριστόφορος, άρχισε να του πιπιλάει το μυαλό για να γίνει κι ελόγου του το ίδιο. Ο μικρός όμως το χαβά του και κολλημένος περί τα θαλασσινά και τα καραβίσια

     Είδε κι απόειδε ο Κολόμβος (μπαμπάς), επήρε τον μικρό και τον επήγε σε μια Ναυτική Σχολή. Διότι, σου λέει, άμα είναι να βγει στις θάλασσες και τα πέλαγα τουλάχιστον να μάθει ν’αρμενίζει χωρίς να κινδυνεύει να λυσσάξει ή να βγάζει μπουρμπουλήθρες.

     Στην Ναυτική Σχολή ο Χριστόφορος, έμαθε Γεωγραφία, έμαθε Αστρονομία, Γεωμετρία, έμαθε να βρίζει καραβίσια, να ζωγραφίζει χάρτες κι ότι άλλο χρειαζότανε για να μη βγάλει κάνα καράβι στο βουνό. Κι αφού τα ‘μαθε όλα αυτά έπιασε και μπαρκάρισε κι άρχισε να βολοδέρνει ανά την Μεσόγειο.

      Σ’ ένα από κείνα τα ταξείδια του, έφτασε και στην Χίο, έφαγε μαστίχα αλλά δεν τ’ άρεσε και σηκώθηκε κι έφυγε. Εκεί όμως, τον είδανε κάποιοι Χιώτες και μετά που ανακάλυψε την Αμερική τον εθυμηθήκανε και δεν εθέλανε και πολύ να τονε βγάλουνε πατριωτάκι τους κι ότι πιάσουνε.

–       Χιώτης ο Κολόμβος.

–       Με τον Μανώλη τον Χιώτη τον μπουζουξή;

–       Απλή συνωνυμία και μην το παραχέσουμε.

     Το 1476, του ‘λαχε να βγει κι όξω από το Γιβραλτάρ και ν’ αρμενίσει για πρώτη φορά και στον Ατλαντικό. Κι όταν λέμε Ατλαντικό, μην πάει ο νους σας πως ξανοίχτηκε που να μην φαίνεται από την στεριά. Κόστα – κόστα πήγαινε για να μπορεί να ρωτάει που βρίσκεται, τους περαστικούς στις παρακείμενες αμμουδιές. Έλα όμως που περαστικοί, περνάγανε κι από την άλλη μεριά την θαλασσινή και κάποιοι από δαύτους ήτανε Γάλλοι. Το να ‘σαι Γάλλος εκείνη την εποχή, κακό δεν ήτανε. Όταν όμως όξω από Γάλλος ήσουνα και πειρατής, τότε η συνάντηση έβγαινε στο αλλιώς κι ενίοτε με μπόλικη κάπνα. Μπουρλότο το καράβι του Χριστόφορου και στο τσακ επρόλαβε να βουτήξει στην θάλασσα και να βγει κολυμπητός στην παραδίπλα Πορτογαλέζικη αμμουδιά.

     Αφού στέγνωσε, σηκώθηκε και πήγε ποδαράτι στην Λισσαβώνα, βρήκε μια κοπελιά που την ελέγανε Felipa Perestrello και την επαντρεύτηκε. Αφού την επλάκωσε στα απαραίτητα γονιμοποιητικά, κάποια στιγμή γκαστρώθηκε η Φελίπα, γιατί έτσι το συνηθίζανε τότε και στο εννιάμηνο του πετάει ένα γιο, τον Diego. Αμέσως μετά, η Φελίπα, έπιασε και πόθανε, όπως κι αυτό έτσι το συνηθίζανε τότε κι ο Χριστόφορος έπιασε δουλειά στα καράβια του βασιλιά.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Print Friendly, PDF & Email
Ακολουθείστε μας:
error