Του Γήση Παπαγεωργίου

ΕΠΙ ΤΕΛΟΥΣ  ΕΝ ΠΛΩ

ΧΑΡΑΜΑΤΑ ΑΠΈΠΛΕΥΣΕ Ο ΚΟΛΟΜΒΟΣ ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΛΟΣ

ΔΙΑ ΝΑ ΕΒΡΕΙ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ΠΡΟΤΟΥ ΤΗΝ ΈΒΡΕΙ ΑΛΛΟΣ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 3 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΤΟΥ 1492, Αγίου Ολυμπίου μάρτυρος του επάρχου και μεγάλη η χάρη του, ο «Στόλος παρά κάτι» αφήνει πίσω του το λιμάνι του Πάλος. Μπροστά η ναυαρχίδα η ΣΑΝΤΑ ΜΑΡΙΑ με τον Κολόμβο καμαρωτό στην γέφυρα με την καινούργια την στολή του ναυάρχου. Πίσω του και σε κάποια απόσταση, που να μην παίρνουνε θάρρος  το ΠΙΝΤΑ και το ΝΙΝΙΑ οι δυο  καραβέλες που λέγανε τότε τα καΐκια της πλάκας για να μην παραπονιόνται. Ανοιχτά πια στο πέλαγος, αρχίσανε όλα μαζί, παριστάνοντας τον στόλο, ν’ αρμενίζουνε με πλώρη προς τα Κανάρια νησιά, όπου θα κάνανε μια στάση και μετά όλο δυτικά κι ότι ήθελε προκύψει. O Κολόμβος εκράταγε το ημερολόγιου του «Στόλου».

     Δευτέρα 5 Αυγούστου, Αγίας Νόννας μητρός Γρηγορίου του Θεολόγου.    

                 «Καιρός καλός. Μεταξύ μας θα μπορούσε να’ τανε και καλύτερος.»

     Τετάρτη 7 Αυγούστου, οσίου Νικάνορος θαυματουργού εν Ζαβάρδα.  

                 «Φάγαμε τον μπακλαβά γιατί μαζευόντουσαν μύγες.»

     Το ταξείδι συνεχίστηκε ήρεμα και την Δευτέρα στις 12 του Αυγούστου, Ανικήτου, Παμφίλου και Καπίτωνος μαρτύρων εφτάσανε στα Κανάρια και φουντάρανε όλοι μαζί. Κάνανε κάποια μερεμέτια στα καϊκάκια τους, επήρανε νερό κι ανταλλάξανε τα ταψιά του μπακλαβά με σβίνγκους. Μετά ο Κολόμβος τους έβγαλε όλους έξω και τους έβαλε να πατήσουνε χώμα που να θυμούνται πως είναι και να μην το περάσουνε για φάβα όταν πρώτα ο Θεός θα το ξαναπατάγανε Αν και εφ’ όσον θα το ξαναπατάγανε.

     Το πατήσανε, το πιάσανε, το μυρίσανε και την Παρασκευή στις 6 του Σεπτέμβρη, Ευδόξου μάρτυρος, το βάλανε στη θέση του, βιράρανε τις άγκυρες κι αρχίσανε κι αρμενίζανε ….. κατά κεί.

     Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου, Ευόδου κι Ονησιφόρου ξανά μαρτύρων.

                                            « Τα Κανάρια φαίνονται πίσω μας»

     Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου, Το γεννέσιον της Θεοτόκου

                  « Τα κανάρια δεν φαίνονται πίσω μας….. o λοστρόμος άρμεξε την 

                      άσπρη κατσίκα κι είχαμε το πρώτο γάλα εβαπορέ (επειδή  

                      αρμέχτηκε σε βαπόρι»

     Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου, Ιωακείμ και Άννης

                « Γιορτάσαμε το πρωί τον Ιωακείμ και το απόγεμα την Άννη» 

     Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου, Μηνοδώρας- Μητροδώρας

                «Άνεμος 6 Μποφώρ, τρία από δεξιά και τρία από αριστερά»

     Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου, Θεοδώρας Αυγούστης

                                            «Φάγαμε ρέγκα με  γαλέτα»

     Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου, Αυτονόμου μάρτυρος.

                    «Φάγαμε πρώτα την γαλέτα και μετά την ρέγκα, έτσι για αλλαγή»

     Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου, Βαρούχ προφήτου, Χαρίτωνος

                    ¨Φάγαμε γαλέτα και μιλάγαμε για ρέγκες    

     Με ρέγκα, γαλέτα, Μποφώρ, ουρανό και θάλασσα, ο «Στόλος παρά κάτι» αρμένιζε με πορεία δυτικά. Από τους ναύτες, κάποιοι είχαν αρχίσει κι ανησυχούσανε, κάποιοι είχαν αρχίσει και φοβόντουσαν, κάποιοι είχαν αρχίσει και βαρυόντουσαν κι όλοι μαζί είχαν αρχίσει να δείχνουνε πως αγριεύανε. Τέλειωσε ο Σεπτέμβρης, εμπήκε ο Οκτώβρης κι ακόμα με ουρανό και θάλασσα και πορεία στον βρόντο οπότε κι οι ναύτες αρχίσανε κι αγριεύανε εμφανώς.

–       Τι θα γίνει Στολαρχότατε; Τραβάει πολύ ακόμα;

–        Υπομονή….!

–       Κάναμε τέτοια και μας ετέλειωσε.

     Ο Κολόμβος είδε πως την ανταρσία δεν θα την εγλύτωνε, οπότε δοκίμασε να το παίξει διπλωματικά κι ότι βγει. Τους έπιασε λοιπόν με το μαλακό και στο μπίρι μπίρι, άπλωσε και τους χάρτες του κατάχαμα και τους έδειχνε πέλαγα κι αρχιπέλαγα τους εμπουρδούκλωσε τα μυαλά και χωρίς να το καταλάβουνε ηρεμίσανε μια στάλα. Έτσι που τους έφερε στο ήρεμο και για να τους καλοπιάσει, τους πετάει και το άλλο.

–       Όποιος δει πρώτος γη και μου το πει θα του χαρίσω έναν «Τσελεμεντέ».

     Τα πληρώματα ξεχάσανε την ανταρσία, κρεμαστήκανε στις κουπαστές και μέχρι κατά πάνω κοιτάγανε μπας και δούνε κάνα βουνό, κάποιο νησάκι ή έστω και τίποτα βράχια. Θα μου πεις τώρα, αφού όλοι τους ήταν αγράμματοι τι τον εθέλανε τον «Τσελεμεντέ». Έλα ντε!

     Στα ναυαρχικά του τα διαμερίσματα ο Στόλαρχος κείνου του «Στόλου παρά κάτι», είχε ανάψει κεράκι του Άη Νικόλα του Ισπανού που τον εγλύτωσε από την ανταρσία και  μετά, καλού κακού, μαντάλωσε και την πόρτα του. Το μυριζότανε ότι στο οσονούπω θα του ξεκινάγανε καινούργια, οπότε έβγαλε τα βατραχοπέδιλα από το μπαούλο κι έπιασε να διαβάζει την «Κολυμβητική άνευ διδασκάλου».

     Πέμπτη 10 Οκτωβρίου, Ευλαμπίου κι Ευλαμπίας μαρτύρων

                  «Έξωθεν των ναυαρχικών διαμερισμάτων ακούγονται σεξουαλικές εκφράσεις για τον μπαμπά και την μαμά…… καλού αφ’ ενός, κακού αφ’ ετέρου φοράω τα μπρατσάκια…..»

     Παρασκευή 11 Οκτωβρίου, οσίων Ζηνοΐδος και Φιλονίλλης

                   «Έξωθεν των ναυαρχικών διαμερισμάτων το πλήρωμα εκφράζεται απρεπώς για την θεία την Ζηνοβία…. Ε! Όχι του κερατά»    

     Ο Στόλαρχος άνοιξε την πόρτα όλο τσαντίλα κι ήρθε φάτσα μούρη με το αγριεμένο πλήρωμα που του δήλωνε, εμμέσως πλην σαφώς, πως απαξάπαντες είχανε μπαφιάσει και δεν εγουστάρανε να πάνε παρα πέρα. Άρχισε έτσι ένας διάλογος ανάμεσα στον Κολόμβο και το πλήρωμα, σε τόνους κάπως έντονους, όπως συνηθίζανε τότε ΄σε περιπτώσεις ανταρσιών και άλλων τοιούτων ανατρεπτικών ενεργειών. Ακουστήκανε διάφορα κι όλα στα Ισπανικά και στα σεξουαλικά. Ξεκινήσανε με σταυροκάντηλα, περάσανε στα στενά οικογενειακά κι επεκταθήκανε σε ξαδέρφια, κουμπάρους και μπατζανάκηδες, αλλά για την θεία Ζηνοβία δεν ξανακούστηκε το παραμικρό.

     Η θέση του πληρώματος ήτανε: «Ή γυρνάμε όλοι μαζί εδώ και τώρα, ή σε φουντάρουμε στη θάλασσα και γυρνάμε μόνοι μας, γιατί όσο να’ ναι, σπίτι θ’ ανησυχούνε»

     Η θέση του Κολόμβου ήτανε……… χέστα!

     Στο πιο κρίσιμο σημείο των διαπραγματεύσεων μπουκάρει αλαφιασμένος ένας ναύτης, χτυπάει ποδάρι ένεκα η στάση της προσοχής, τραβάει και την αρμόδια χαιρετούρα και αναφέρει.

–       Καπετάνιο …. Τον «Τσελεμεντέ»

–       Γιατί ρε? Πόθανε ο μάγειρας και θες να κόψεις τις ρέγκες;

–       Στεριά, Ναυαρχούκο μας! Είδα στεριά!

–       Πές λόγω τιμής!

–       Να μην προλάβω να σε δω απόστρατο με σπίτι στου Παπάγου.

     Ο ναύτης μόνο στεριά δεν είχε δει. Κάτι κλαδιά από δέντρα είχε δει να επιπλέουνε κι επειδή θυμότανε πως τα δέντρα φυτρώνουνε στο χώμα, σου λέει, κάπου εδώ γύρω θα είναι και το χώμα. Την στεριά δηλαδή την εψιλιάστηκε, δεν την είδε. Ο Κολόμβος όμως στο τσακ την εγλύτωσε την ανταρσία και του ‘μεινε κι ο «Τσελεμεντές».

     Άλλοι στα κατάρτια κρεμασμένοι κι άλλοι στις κουπαστές την εβγάλανε ολονυχτία. Κάμποσους τους επήρε ο ύπνος έτσι με τα μάτια γουρλωμένα.  Ο Κολόμβος τους είπε να βγάλουνε τον σκασμό και να στήσουνε αυτί μπας και πιάνανε καμιά κουβέντα στα κινέζικα ή στα ινδικά.

–       Και πώς θα το ξεχωρίσουμε αφού δεν ξέρουμε ούτε κινέζικα ούτε ινδικά.

–       ……….!!!!!!!

 Γύρω στα μεσάνυχτα ένας ναύτης αναφέρει του Κολόμβου ότι είδε κάτι σαν φως.

–       Εκεί κατάπρωρα Καπετάνιο μου, το είδα σου λέω ένα μικρό φωτάκι. Θα μου δώκεις τον «Τσελεμεντέ»;

–       Εκούναγε το φωτάκι;

–       Λίγο … και μετά έσβησε.

–       Κωλοφωτιά της θάλασσας ήτανε! και ξαναγλύτωσε τον «Τσελεμεντέ»

     Μετά από λίγο φύσηξε άνεμος δυτικός και στον «Στόλο παρά κάτι» φτάσανε μυρουδιές από πρασινάδα, επομένως κάπου απέναντι υπήρχε γη. Όσο προχωρούσανε στο πολύ αργά και με προσοχή οι μυρουδιές εδυναμώνανε που πάει να πει πως επλησιάζανε στην πρασινάδα μέχρι που άρχισε κι ερχότανε και μυρουδιά από καβαλίνες, μάλλον από βοοειδές. Όταν αυτή η μυρουδιά έγινε μπόχα καταλάβανε πως είχανε πλησιάσει σε στεριά και φουντάρανε προτού κουτουλίσουνε με κάνα βοοειδές και μπλέξουνε.

(συνεχίζεται)

Print Friendly, PDF & Email
Ακολουθείστε μας:
error