Επιμέλεια: Δημήτρης Μπαλόπουλος

Πρόσφατα το «Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας», έλαβε ένα βιβλίο από τον εκδοτικό οίκο Καστανιώτη, με τον τίτλο «Το Λυκόφως του Αιγαίου» της γνωστής ποιήτριας και συγγραφέα Κατερίνας Καριζώνη. Ευχαριστούμε και τον εκδοτικό οίκο Καστανιώτη και τη συγγραφέα για το βιβλίο που έχουμε τη χαρά να παρουσιάσουμε στους φίλους μας και φυσικά ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο.

Οι δρόμοι της θάλασσας δεν ήταν ποτέ εύκολοι και ιδιαίτερα σε εκείνα τα περίεργα χρόνια του 17ου αιώνα στην Άσπρη θάλασσα (το Αιγαίο) που δεν μπορούσες εύκολα να τη διασχίσεις. Όταν ξεκίναγες το ταξίδι σου ήθελες πολύ τύχη για να το ολοκληρώσεις ‘’Fortuna, fammi far felice fine’’ (Τύχη, δώσε μου ένα τέλος ευτυχές). Τι περίεργο! αυτό θα μπορούσε να επικαλείται ο κάθε καπετάνιος, το συγκεκριμένο όμως παράθεμα με το οποίο ξεκινάει την αφήγησή της η Καριζώνη είναι ένα κουρσάρικο απόφθεγμα. Αυτό το μυθιστόρημα εποχής είναι ξεκάθαρα προϊόν μεγάλης έρευνας από τη συγγραφέα και μάλλον το συναρπαστικό αυτό ταξίδι ξεκίνησε από τη σχολαστική μελέτη αρχειακού υλικού και τελειώνει στη σελίδα 276 του βιβλίου αφού έχει διατρέξει τα περισσότερα νησιά του Αρχιπελάγους, τότε που η θάλασσά του ήταν πεδίο συγκρούσεων θρησκειών και συμφερόντων, μήλο της έριδος πράγματι μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η συγγραφέας γνωρίζει απόλυτα το θέμα που πραγματεύεται καθώς το «Το λυκόφως του Αιγαίου» είναι το τέταρτο μυθιστόρημά της στη συγκεκριμένη θεματολογία, έχοντας προηγηθεί «Ο χάρτης των ονείρων» (2011), «Ο Μονόφθαλμος» (2009) και το «Μεγάλο Αλγέρι» (2006).

Και το ερώτημα που πάντα θα τίθεται είναι: Τι ήταν τελικά οι πειρατές. Ας αφήσουμε να απαντήσει η ίδια η συγγραφέας. Εμείς παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα μιας συνέντευξής της στην εφημερίδα Φιλελεύθερος, με αφορμή την έκδοση του τελευταίου βιβλίου της.

«[…] Είναι πλάσματα μυθικά, επαναστάτες του καιρού τους, ακραίοι και παράφοροι πολεμιστές, κακούργοι και ενίοτε φιλάνθρωποι, παράλογοι και αλαφροϊσκιωτοι, γι’ αυτό και υπέρμετρα γοητευτικοί, ιππότες αλλά και φονιάδες. Πρόκειται για εκρηκτικές προσωπικότητες που έζησαν στο κοινωνικό περιθώριο, αντιμετώπιζαν καθημερινά το θάνατο, κυνηγούσαν το όραμά τους, την περιπέτεια και την ελευθερία. Υμνήθηκαν από τη λαϊκή παράδοση και σε πολλές περιπτώσεις έγιναν σύμβολα ηρωισμού. Αυτοί οι πειρατές με τους οποίους ασχολούμαι εγώ στο τελευταίο μυθιστόρημα τα έβαλαν με μια ολόκληρη αυτοκρατορία, την οθωμανική, πολέμησαν το κατεστημένο της εποχής τους και έγραψαν ιστορία στη θάλασσα. Το κυριότερο όμως βοήθησαν τους Έλληνες να αντισταθούν στον τουρκικό ζυγό και προλειάναν το έδαφος για την ελληνική επανάσταση, τόσο με τις πράξεις τους, όσο και με το ελεύθερο φρόνημά τους. Δεν κρύβω βέβαια τις ληστρικές επιδρομές, την αρπακτικότητά τους σε βάρος των νησιωτικών πληθυσμών, τις ακρότητες και τις βιαιοπραγίες τους. Ούτε και τη διαπλοκή τους με ηγεμόνες και ιπποτικά τάγματα, όπως αυτά της Μάλτας και της Τοσκάνης. Αυτά φωτίζω περισσότερο.

-Βέβαια, είναι κι αυτή η μεγάλη αντίφαση, Χορτιάτης, Θερμαϊκός και Μάνη, έχετε –αν δεν κάνω λάθος, που δεν κάνω, κι έναν πύργο στην Μάνη…. Μήπως είναι και λίγο χρέος το πειρατικό μυθιστόρημα;

Δεν κάνετε καθόλου λάθος. Τη Μάνη την θεωρώ  πατρίδα μου παρόλο που γεννήθηκα και ζω στη Θεσσαλονίκη. Έχουμε μακρά οικογενειακή ιστορία στη Μάνη με βεντέτες, πύργους και πειρατές. Κατάγομαι απ’ τη Χαριά της Μέσα Μάνης, ένα χωριό κοντά στην Αρεόπολη. Εκεί ήταν όλοι πειρατές της στεριάς, Κακαβούληδες. Εκεί ζούσαν και οι περίφημες γυναίκες του Δυρού που πέταξαν τον Ιμπραήμ πασά στη θάλασσα. Κάποια απ’ αυτές ήταν προγιαγιά μου.  Όταν τα κατάλαβα όλα αυτά άρχισα να νιώθω ότι ήταν χρέος μου να γράψω για τους πειρατές. Όλα τα στοιχεία και τα στοιχειά με οδηγούσαν σ’ αυτό το θέμα. Άλλωστε η Μάνη στάθηκε η αρχική αφορμή, όταν βρήκα εκείνο το βιβλίο στην Αρεόπολη. Είναι κι ο ερειπωμένος πύργος μου στην Χαριά στοιχειωμένος απ’ την τελευταία βεντέτα που με φωνάζει κάθε τόσο. Η Θεσσαλονίκη έχει μια άλλη κουλτούρα, αστική, κοσμοπολίτικη. Νομίζω πως διχάζομαι ανάμεσα σε δυο αντιφατικούς τόπους. Ωστόσο η Θεσσαλονίκη διαθέτει τεράστια και εντυπωσιακή ιστορία, την οποία έχω τιμήσει σε δυο μυθιστορήματα. Αλλά η καρδιά μου ανήκει στη Μάνη.

-Να τελειώσουμε με το ταξίδι στη Μάλτα; Τι σας είπαν εκεί οι πειρατές σας; Αλήθεια υπάρχουν ακόμα πειρατές; Ποιους θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε σήμερα έτσι;

Στη Μάλτα πήγα για να ολοκληρώσω την εικόνα και να πάρω πληροφορίες για τους Μαλτέζους πειρατές. Οι πειρατές της Μάλτας ήταν νόμιμοι, είχαν τον τίτλο του ιππότη και την άδεια από τον Μέγα Μάγιστρο να ασκούν πειρατεία στη Μεσόγειο. Σκοπός τους ήταν ο πόλεμος με τους Οθωμανούς και το Ισλάμ, αλλά ταυτόχρονα κυνηγούσαν και την τύχη τους. Πολλοί ήταν αριστοκράτες που άφησαν την χλιδάτη ζωή τους γιατί η πειρατεία ήταν της μόδας τον 17ο αιώνα. Οι Μαλτέζοι διέθεταν ένα καλοστημένο μηχανισμό διανομής της πειρατικής λείας ανάμεσα στα μέλη της υψηλής κοινωνίας. Όλα αυτά τα αναλύω στο μυθιστόρημά μου «Το Λυκόφως του Αιγαίου» με πολλές λεπτομέρειες. Σήμερα ναι, υπάρχουν ακόμα πειρατές, όπως στη Σομαλία για παράδειγμα, αλλά είναι πειρατές χωρίς μυθολογία […]«

Χωρίς αμφιβολία «Το λυκόφως του Αιγαίου» είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο που αξίζει να το διαβάσεις γιατί θα μάθεις πολλά και θα καταλάβεις περισσότερα. Για εμάς τους φιλίστορες η Καριζώνη μας επιφυλάσσει και μια όμορφη έκπληξη, καθώς το βιβλίο της συνοδεύεται από μεγάλο αριθμό υποσημειώσεων λεξιλογικού περιεχομένου, όπου η συγγραφέας δίνει τη σύγχρονη ερμηνεία λέξεων που χρησιμοποιούντο για μια μεγάλη χρονική περίοδο από τους ναυτικούς.

Print Friendly, PDF & Email
Ακολουθείστε μας:
error